Το στάχυ δεν έγινε ψωμί απόψε

 

Την σμίλεψαν ανεμώνες κι εγώ σε διαρκή αγκαλιά

 

Χάθηκε το περίγραμμα στο φως κι έγινε η ματιά οξύτερη κι έβγαινε μια δίψα…

 

Πόσες μάσκες θα χωρέσει η ζωή σου; Η ματιά σου πόσες;

 

Σάρκινη τσουλήθρα, όπου η σκέψη φυλλορροεί

 

Τόσο φοβισμένη δύναμη, που έθαψε το συναίσθημα οριστικά 

 

Σκεπτόμενος ή αυτόχειρας, το ίδιο χρήσιμος στις άδειες εποχές

 

Πίστεψαν ότι θα σου στραγγίξουν το μυαλό κι εσύ έφυγες με ένα λουλούδι

 

Στην άκρη ένα κουμπί, στήριζε τα πανωφόρια του κόσμου

 

Είδες πως μπόρεσαν να σε εγκλωβίσουν τα ανθρωπάκια;

 

Η μορφή του εμπόδιζε το φως και σκοτείνιασε μια ολόκληρη μέρα

 

Αυτός φορτώθηκε στολίδια αλλά τον πήρε ο άνεμος γυμνό

 

Έτσι καθώς φλέγονται οι ποιητές τις θεοσκότεινες νύχτες

 

Έτσι που στένεψαν τις οπτικές μας θα ανασαίνουμε μέσα από κουκίδες 

 

Όταν στερέψουν τα εφόδια, τι θα μας τραγουδάς τις νύχτες;

 

Έχασε το φύλο του μέσα από βρεφικές συνήθειες

 

Πήρε τόσα εφόδια για το ταξίδι, που δεν μπόρεσε να προχωρήσει

 

Βασιλιάς ή πιερότος δεν με διασκεδάζεις είπε και έδειξε το μηδενικό στην πλάτη του.  

 

Είσαι τα μάτια, η πηγή, η θάλασσα, η πνοή, η φλόγα, η διάφανη θαλπωρή είσαι

 

Τόσο ευαίσθητη δύναμη, κρυμμένη σε απόπειρες διαχείρισης; 

 

Την οικουμένη να σου έβαζαν σκουλαρίκι, εκείνο το αστεράκι θα ήταν πάλι το στήριγμα

 

Εκείνοι έχασαν, γιατί δεν είδαν την τρίτη διάστασή μου 

 

Τόσα σύμβολα για να επικοινωνήσουμε; Τόσα

 

Μίκραινε ο ίσκιος της, ώσπου χάθηκε στο φως. 

 

Από την έλλειψη γεννήθηκαν τραγούδια

 

Αυτά τα χέρια σε στήριξαν τις νύχτες όπως στηρίζουν τον τυφλό στο φως της μέρας 

 

Στις παιδικές παλάμες ένας γίγαντας. 

 

Αυτά τα εξαπτέρυγα μηνάν σκοτάδι

 

Στο είπα: Εγώ κι ένα λουλούδι νικήσαμε το χρόνο

 

Πόσα παραμύθια, για να φύγουν θεριά και δράκοντες τις νύχτες…

 

Όμορφο φως του φεγγαριού σε ένα ποτήρι όπου πλέουν όνειρα κι ένα μολύβι.

 

Έπρεπε να τρυπήσουν την κουρτίνα χελιδόνια για να φωτίσει ο άνεμος

 

Το πρώτο σου ποδήλατο, στήριξε μνήμες.

 

Μυρωδιά κολόνιας παιδικής, δεκαετίες μετά

 

«Μητέρα φέρε εκείνο το κηροπήγιο» είπε κι άρχισε να γράφει με τα δάχτυλα στο σκοτάδι

 

Στη χώρα της φαντασίας σε έπνιξε το… οξυγόνο

 

Αγκάλιασε την κοιλιά της και φώναξε: Επιστροφή.

 

Η φυλακή, η ξενιτιά. Ασφυξία.

 

Κρυμμένα πολλαπλά τιμήματα…

 

Η δημοσιότητα αναπαυτικό μαξιλάρι ευτελών.

 

Είπε ο άθεος: Όχι άλλη ευτέλεια Θεέ μου.

 

Ερώτων κακοδιαχείριση.

 

Έφυγε από το νησί, μην τον προλάβει η πανσέληνος. 

 

Δεν ξέρω αν ζεις ή πέθανες. Υπάρχεις.

 

Δεν με περιμένει κανείς σε λιμάνια και σταθμούς.

 

Δε έμαθα ποτέ αν είναι πολύ αργά

 

Ψάχνω το παρόν να σταθώ πάνω του

 

Ήχοι χάρτινοι από κάποιον που έζησε πριν χρόνια

 

Έκανε πρόβες μια ζωή για να παίξει… τη ζωή του

 

Αν όλα δεν είναι έρωτας, τότε παντού κενό

 

Το μαξιλάρι της ματαιοδοξίας σου, πέτρα. Πώς να αγαπήσω κάποιον που δεν έκλαψε ποτέ;

 

Δεν μου έστησαν ανδριάντα, διότι σιχαίνομαι τις κουτσουλιές.

 

Ως πότε τόσο έφηβος;

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter