Το Κουμπί - έκδοση αναθεωρημένη 2011

 

ΓIANNHΣ: Μιλάς, μιλάς. Υπάρχει κι η φλυαρία της σιωπής. Αλλά όταν την επιλέγεις είναι καλά, δημιουργικά. Όταν σου επιβάλλεται όμως, όπως εδώ τώρα εμείς οι δύο; Γι’ αυτό σου μιλάω, γιατί μας έχουν επιβάλει έναν τρόπο ζωής, όπως και στους άλλους έξω, και πρέπει να βρούμε τρόπο επιβίωσης. Αντιστέκομαι στο βύθισμα, με τη φλυαρία μου… Δεν σου αρέσει που κουβεντιάζουμε; Θα μου πεις, οι άλλοι έξω έχουν την τηλεόραση και δεν μιλάνε. Αλλά κάποιος τούς μιλάει… από το γυαλί.

 

Κοίτα. Αν υποθέσουμε ότι η ζωή μου, η ζωή μας ήθελα να πω, είναι μυθιστόρημα, θα το διάβαζες με ενδιαφέρον ή θα το άφηνες με τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης; Αν το άφηνες, χέσ’ τα. Ζωή αδιάφορη τελείως. Γιατί το μυθιστόρημα έχει τις συνταγές του. Βάζεις χώρο, χρόνο, πρόσωπα, εκπλήξεις, πλοκή, έρωτα, λίγο σεξ και μυστήριο. Η ζωή σου έχει τέτοια; Καλώς. Δεν έχει, είσαι ανάξιος.

 

(Με αυξανόμενο εκνευρισμό.) Γιατί αν δεν μπορείς να ζήσεις ούτε σε ένα μυθιστόρημα, πώς τολμάς και ζεις στ’ αλήθεια, ε; Πώς τολμάς, άχρηστε. Ανίκανε. Μειωμένων προσόντων… Αδιαδήλωτε. Φυλακισμένε. Πιόνι. Υποταγμένο ανθρωπάκι. Καταναλωτή. Άβουλε. Ηλίθιε. Τηλεορασάκια. Μιθριδάτη, ε Μιθριδάτη. Μηδενικό, ε μηδενικό.

 

ΜΑΡΙΝΑ: Εμάς βρίζει. Το νιώθεις;

 

ΣΤΕΛΙΟΣ: Είσαι άσχετη.

 

ΜΑΡΙΝΑ: Και γουστάρεις την άσχετη;

ΓIANNHΣ: Αααχ, με κούρασες. (Αποκαμωμένος.) Σου μιλάω συνέχεια κι αναρωτιέμαι αν ακούς, αν καταλαβαίνεις, αν νιώθεις όσα εγώ. Αν είσαι απλά δύο αυτιά ή αν συμμετέχεις. Δεν ξέρω την αλήθεια και το ψέμα σου. Τη δική μου αλήθεια και το ψέμα. Παραπαίω συνέχεια ανάμεσά τους και κουράζομαι. Κουράζομαι πολύ.

 

Να, η δική μου αλήθεια τώρα, που μπορεί να αναιρεθεί πριν σταματήσω να μιλάω, η δική μου αλήθεια, λέει ότι δεν μπορείς να με ανεχτείς άλλο. Δεν μπορείς να ανεχτείς εμένα, εσύ, ο εαυτός μου. Όταν δεκαετίες τώρα ανεχόσουν, και μετείχες μάλιστα σε αυτό, το άθλιο σύστημα που ζούσες. Ανεχόσουν τους πολιτικάντηδες, τις τηλεπερσόνες, αυτούς που σε κυβερνούν με την απειλή και το φόβο. Ανεχόσουν να υποθηκεύεται ολόκληρη η ζωή σου σε μια πλαστική κάρτα, υποδουλωμένος σε πλασματικές ανάγκες. Ανεχόσουν να σε χώνουν σε έναν καναπέ και να αποβλακώνεσαι με τις ώρες μπροστά σε μια τηλεόραση. Ανεχόσουν, ανεχόσουν...

 

Αυτή η ανοχή είναι η μεγάλη ενοχή σου, η μεγάλη ενοχή μας. Το λέω εγώ ο έγκλειστος, ο καταδικασμένος... σε σένα που νιώθεις ελεύθερος... Λες ότι εγώ είμαι φυλακισμένος και αγνοείς την μεγάλη χωρίς τοίχους αόρατη φυλακή που ζούσα, που ζουν όλοι αυτοί απέξω οι... υποτίθεται ελεύθεροι.

Αγνοείς ότι αυτοί οι δημοκόποι, που τους ανέθεσες με την ψήφο σου να διαχειριστούν τη ζωή σου, την βούλιαξαν, σου κλέψανε περιουσία, όνειρα, οράματα κι ελπίδες. Σου έκαναν την πατρίδα τυφλή ζητιάνα, χωρίς αξιοπρέπεια. Ζητιάνα που ζητάει έλεος από τους βιαστές της. Πάρε το χαμπάρι. Όλα στα ξεπούλησαν. Το σήμερα, το αύριο, τα παιδιά, τα εγγόνια, όλα στα ξεπούλησαν και δεν το βλέπεις. Τα κατάφαγαν τα παγκόσμια αδηφάγα τρωκτικά. Αχ μωρέ, για πια πατρίδα να μιλήσω;

 

Και φτάσαμε στον πόλεμοοο... Χωρίς αίματα, τραυματίες, πυρομαχικά. Γέμισε η πατρίδα υποψήφιους αυτόχειρες, που περιφέρονται με την απόγνωση να τους θολώνει το μυαλό, επαίτες γέμισε η πατρίδα, κοστουμαρισμένους που ψάχνουν στα σκουπίδια, απειλούμενοι, φοβισμένοι. Και θα μου πεις εμένα, αν με ανέχεσαι, άθλιε εαυτέ. Εδώ ανέχεσαι να ζεις υπό κατοχή, ανέχεσαι να κάνεις ότι δεν βλέπεις αυτή την κατοχή. Πόσα ανέχτηκες αλήθεια; Πόσα;

 

Πριν πάω για ύπνο θα σου πω αυτό που είπε ο ποιητής: Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε; Γι αυτόν αγωνιστήκαμε; Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά;

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter