Ψιχία


Σαν ψίχουλα δείπνου μυστηριακού 

πέφτουν στη γη οι στίχοι μου 

και τα σοφότερα των μυρμηγκιών

τους μεταφέρουν σε υπόγειες στοές

σκεπτόμενα τους δύσκολους χειμώνες

αυτά που δεν φοβήθηκαν ποτέ τον θάνατο 

αλλά τη ζωή φοβήθηκαν

 

Ζωογόνες ριπές


Οι ριπές ήταν αδιάλειπτες

με ένα στιγμιαίο σκύψιμο 

θα έσωζε την άδεια πια ζωή του

μα το σωτήριο σκύψιμο 

θα σκότωνε την περηφάνεια του 

 

Δεν έσκυψε 

και οι θανάσιμες ριπές 

του χάρισαν ζωή αληθινή

αφού  με αυτόν τον θάνατο 

πήρε ουσία η ύπαρξή του


Έπειτα

άνοιξε τη μοναδική πόρτα 

όπου υπήρχε βήμα 

πέρα από το κατώφλι 

εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές 

με ίχνη γηρατειών


Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες 

ή 

όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει ο άνεμος


Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα

πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές...

 

Δεκέμβρη δωδεκάτη


Τούτη η φεγγαροστιχίδα 

το ωραιότερο τραγούδι

στα πιο ερημικά γενέθλια

χρόνια μετά


ή


Σαν τον αυτόχειρα 

που με το ένα χέρι βουλώνει το αυτί 

μην τον ξεκουφάνει ο πυροβολισμός στον κρόταφο


ή


Εισπράττουν τη μοναδικότητα 

εκείνου που φεύγει 

μόνο με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής

κι έτσι μακραίνουν οι μικροί τους επικήδειους

 

Σκούρα ομορφιά

IX


Δύναμη υπέρβασης ο έρωτας

υμνεί το παράλογο 

πυρπολεί τα σωθικά


σαν δικαιωμένη επανάσταση 

ή όπως φλέγονται οι ποιητές 

τις θεοσκότεινες νύχτες


Δύναμη ο έρωτας

κι εγώ ασπίδα να μην ξαναμπεί

ο σωρευμένος βόγκος

στο ευαίσθητο στέρνο σου

 

ΧΙΙΙ


Α, να ήξερες 

πόσα λιμάνια άφησα 

πόσους σταθμούς 

και κυρίως ανθρώπους 

με τη σιωπή οδηγό 

και καταφύγιο τα ταξίδια 

που μου τάχτηκαν

για να σε φτάσω


Έτσι

καθώς στηρίζει τα πανωφόρια του κόσμου

ένα διάφανο μικρό κουμπί

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter