"Ό,τι με περιβάλλει – το βιώνω στο πετσί μου πια – δεν είναι ο χώρος, είν' ο χρόνος. Σαν ένα δάσος από γεγονότα που χτυπιέμαι να τα διαπεράσω και να βγω στα ξέφωτα της ιστορίας. Ο χρόνος ο ιστορικός κι ο πιο προσωπικός. Η μιά στιγμή δίπλα στην άλλη γύρω μου στενεύοντας σαν κρίκοι ενός κατάσαρκου κλοιού. Ο χρόνος, που έγινε η δορά μου και το δέρμα μου.
Η τελευταία δυσκολία μου, να σπάσω τα λουριά. Να βγω από μένα...”

 

(Χρονοδείκτες, σελ. 101, 2004, εκδ. Γαβριηλίδης )

 


Μαρτυρία και μαρτύριο της γραφής

 

Σημαντικοί σταθμοί ζωής;
Οι στιγμές που κρίνεται ο βιολογικός διάλογός μου με το περιβάλλον, ο ιστορικός με τα γεγονότα και το χρόνο και ο πνευματικός με την τέχνη. Χωριστά, αλλά και στην διαπλοκή τους, ιδιαίτερα της τέχνης με τους δύο προηγούμενους σταθμούς.

 

Σε ποιόν ανήκετε;
Η θέση μου, ήταν η σχέση με το περιβάλλον και την κοινωνία. Τα τελευταία χρόνια, στην ποίησή μου υπάρχει ένας διάλογος με το σύμπαν. Μια υπέρβαση, η οποία με απασχολεί πολύ. Τώρα, αισθάνομαι τον εαυτό μου να παίρνει σταδιακά τη νέα θέση του, ως μέρος του σύμπαντος, με το οποίο ο διάλογος γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος, φτάνοντας σε σημεία που μόνον ένας ποιητής μπορεί να φτάσει. Ίσως είναι η τρέλα του ποιητή.Δεν εννοώ σύνδεση με έναν σχεδιαστή του σύμπαντος. Αναρωτιέμαι πώς έγινε η μετάλλαξη, πώς από την ανόργανη ύλη περάσαμε στην οργανική. Πώς δουλεύτηκε και δουλεύεται μέσα στο σύμπαν αυτή η μετάλλαξη. Αυτό απασχόλησε και άλλους ποιητές. Ίσως υπάρχουν και σε άλλους πλανήτες όντα, όχι απλώς έμβια, αλλά ανθρώπινα σαν εμάς, που μπορούν να παρατηρούν το σύμπαν, να ψάχνουν και ταυτόχρονα να αυτοπαρατηρούνται.

 

Γιατί γράφετε;
Για να εκφραστώ. Και για να εκφράσω με τη δύναμη του λόγου την πίστη μου. Την πίστη στη ζωή, την προσήλωση σε έναν αείζωο κόσμο.

 

Είστε αισιόδοξος;
Βέβαια. Από τη φύση μου είμαι αισιόδοξος. Ζω προβλήματα υπαρξιακά και υποστασιακά, αλλά παράλληλα θέλω να στηρίζω την ελπίδα.

 

Γιατί μοιράζεστε το έργο σας;
Γιατί η ποίηση, είναι κοινωνική λειτουργία και υπηρετεί γενικότερους στόχους. Άλλωστε, ο ποιητής ήταν πάντα ο τρελός του χωριού, λέγοντας αλήθειες που δεν τολμούσαν οι άλλοι.

 

Όταν γράφετε, επικοινωνείτε...
Καταρχήν με τον εαυτό μου. Η συγγραφή είναι μια μοναχική πράξη. Αλλά έχω υπόψη μου και τον ιδανικό αναγνώστη, που είναι κριτής αυστηρός, που ξέρει τί διαβάζει. Αυτό, με το χρόνο, όταν έχεις μπει στο μεγάλο κανάλι της δημιουργίας, το συνειδητοποιείς, το κατακτάς και είναι σαν να υπάρχει μέσα σου ο ιδανικός αναγνώστης. Μετά, όταν έρχεται η ώρα να το παρουσιάσεις δημόσια, πρέπει να έχεις την τόλμη να εκτεθείς μπροστά στο κοινό.

 

Να εκτεθείτε εσείς ή το έργο σας;
Βέβαια το έργο πρέπει να μιλήσει, αλλά κρίνεσαι κι εσύ ως δημιουργός. Κρίνεται η αξία σου ως δημιουργού, αλλά και η αντοχή και η τόλμη σου να απογυμνωθείς ενώπιον του κοινού που σε προσλαμβάνει.Θέλει και αποφασιστικότητα. Να πεις εγώ θα τα βρω με τον εαυτό μου και θα δω πώς επικοινωνώ με τους αναγνώστες, πώς εισπράττεται το έργο μου.

 

Οι δημιουργοί διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους;
Υπάρχει περισσότερο αυτό το “ίδιον”, η ιδιοφυΐα που ξεχωρίζει τους δημιουργούς. Υπάρχει επίσης η ευθύνη μετάδοσης του χαρισματικού έργου τους στους άλλους ανθρώπους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ποιητής είναι ανώτερός τους. Σκοπός του είναι όχι να προβάλλει την ιδιαιτερότητά του, αλλά να ανεβάζει τους άλλους στην ανώτερη σφαίρα της ευαισθησίας και των αξιών που εκφράζει το έργο του.

 

Τι θέλετε να αποδείξετε στον κόσμο;
Όχι να αποδείξω, αλλά να υποδείξω πως υπάρχει λύση για τη σωτηρία κι ακόμα πιο πολύ να δείξω, όπως προείπα, πως ο κόσμος είναι αείζωος.

 

.................................

 

Η Απελευθέρωση ήταν ένα μεγάλο γεγονός. Η αναίμακτη απελευθέρωση με την αποχώρηση των Γερμανών προκάλεσε λαϊκούς πανηγυρισμούς στην Αθήνα, με επίκεντρο την πλατεία Συντάγματος, όπου και έγινε μεγάλη συγκέντρωση, στην οποία βρισκόμουν. Θυμάμαι την ομιλία του Γεωργίου Παπανδρέου που έλεγε: “Πιστεύομεν εις την Μεγάλην Ελλάδα, αλλά πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν”. Από τότε του έμεινε η προσωνυμία «παπατζής», από το κλασσικό παιχνίδι των παπατζήδων που εξαπατούσαν τους συμπαίκτες τους. Και όμως, υπήρξε καλός υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου και μετά έμεινε στην ιστορία ως «Γέρος της Δημοκρατίας».

 

“Ο ημεροδείκτης δείχνει Δεκέμβρης
το ρολόι σταμάτησε στο '44”

 

 

(Χρονοδείκτες, σελ. 15, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)

 

Στις 2 Δεκεμβρίου, η Κυβέρνηση αποφάσισε τη διάλυση των ανταρτικών οργανώσεων και οι αριστεροί υπουργοί παραιτήθηκαν. Η έναρξη των Δεκεμβριανών έγινε την επομένη, στις 3 Δεκεμβρίου, με τους πυροβολισμούς των Κυβερνητικών και Αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων κατά των διαδηλωτών, στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα. Ήταν μια διαδήλωση που οργανώθηκε από το ΕΑΜ, ως αντίδραση για τον αφοπλισμό των ανταρτικών δυνάμεων. Υπήρξαν νεκροί και δεκάδες τραυματίες από τους διαδηλωτές.


Η έναρξη του εμφυλίου πολέμου ουσιαστικά ήταν τα Δεκεμβριανά, όπου επί τριάντα τρεις ημέρες η Αθήνα ήταν πεδίο μαχών μεταξύ αριστερών ανταρτών και κυβερνητικών δυνάμεων. Πυροβολούσαν και από τον Λυκαβηττό και ήταν πολύ επικίνδυνα τα περάσματα προς το τέρμα Ιπποκράτους. Υπήρχαν διαχωριστικές γραμμές. Η γραμμή της Δεξιάς είχε περιοριστεί στο Κολωνάκι, το λεγόμενο και Σκομπία από το όνομα του Άγγλου στρατιωτικού διοικητή Σκόμπυ. Χαρακτηριστικό είναι ότι εκεί αγόραζαν ένα γκαζοτενεκέ νερό με δυο χρυσές λίρες, όπως γράφω στους Χρονοδείκτες.


Τότε, η οδός Ιπποκράτους ήταν για μένα η βασική πρόσβαση προς το κέντρο, από την οδό Μπουκουβάλα όπου έμενα. Πίσω μας ήταν οι φυλακές Αβέρωφ στην Αλεξάνδρας, σημείο όπου άρχισαν οι πρώτες βολές. Κάποιοι είχαν ξεστρατίσει ένα τραμ και το είχαν ξαπλώσει στο πλάι ως οδόφραγμα στην Ιπποκράτους. Θυμάμαι είχανε πολυβολείο ως και πάνω στην Ακρόπολη. Πυροβολούσαν στα τυφλά. Περπατούσες κι έβλεπες νεκρούς στο δρόμο. Έριχναν όπου έβλεπαν κίνηση και φυσικά συχνά, τα θύματα δεν είχαν σχέση με πολιτική δράση.

 

Είμαστε μαζί με μια συμφοιτήτρια. Ήταν ο πρώτος μου Αθηναϊκός έρωτας. Αυτή προηγήθηκε να περάσει πρώτη την οδό Βουλγαροκτόνου. Μπροστά στα μάτια μου, την θέρισαν οι σφαίρες. Αυτό με σφράγισε δυνατά. Έκανα χρόνια να ξεχάσω αυτές τις σκηνές. Έγραψα:
Στις ίδιες αφύλακτες διαβάσεις, Ισαύρων, Τσιμισκή και Βουλγαροκτόνου. Από την κορυφή του Λυκαβηττού αραιωμένες ριπές πολυβόλου. Έλυσε τα δάχτυλα και τρέχοντας πρώτη θερίστηκε στη μέση της λεωφόρου. Κι αυτός όρθιος να ουρλιάζει, δίπλα σε δυο τραμ από χτες πλαγιασμένα στο ύψος Ιπποκράτους – Καλλιδρομίου. Γύρω του οι σφαίρες βροχή, αλλά καμιά δεν γάζωνε τη φωνή του. Με το μπουφάν της στα χέρια του, ώσπου τον περιμάζεψε η τελευταία περίπολος


(...)

 


Ήμουν και δεν ήμουν εκεί
σ' αυτά και τα πέρα βουνά
η καρδιά μου μια σύνθλιψη
σαν το Ζαγόρι μετέωρη
που το 'καψε η Κατοχή
κι άλλοτε πάλι σε γάζωνε
μια ριπή του Λυκαβηττού
φωνή μου της μαύρης ασφάλτου.

 

 

(Χρονοδείκτες, σελ. 11-12, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter