Ο Γιώργος Δουατζής ταξιδεύει στη χώρα του Θερβάντες και του Μπαλτάσαρ Γκραθιάν. Κυνηγός της περιπέτειας που πάντα προσφέρει η ποίηση της νύχτας, τριγυρνάει σε καπηλειά, σε υπόγειους ναούς του φλαμένγκο. Μια γυναίκα φοράει κόκκινα παπούτσια και ιερουργεί στην ξύλινη πίστα, εκφράζει με τον ιλιγγιώδη ερωτικό χορό της την πίστη σ’ ένα αρχέγονο παρελθόν, στην λύτρωση που έρχεται μέσα από προαιώνιους σαρκικούς κραδασμούς.

 

Ο Δουατζής αδράχνει την ευκαιρία. Φωτογραφίζει ξανά και ξανά τη χορεύτρια, εστιάζοντας με έκθαμβο πείσμα στα πόδια της, στα αφηνιασμένα κόκκινα παπούτσια της. «Mε μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι», σημειώνει στον μικρό πρόλογό του, «πατούσα συνέχεια το κουμπί, ακινητοποιώντας το χρόνο». Το παμπάλαιο κι ωστόσο πάντα παλλόμενο αίτημα της Ποίησης: η άρση του χρόνου, η άρση της λήθης, η άρση, εντέλει, του θανάτου!  Ο Δουατζής επιστρέφει στην Αθήνα και ακινητοποιεί εκ νέου το χρόνο συνθέτοντας το ποίημα, τα «Κόκκινα Παπούτσια».Μια ωδή στην ομορφιά της κίνησης, στο θάλπος των υπόγειων ναών, των αχαρτογράφητων τόπων όπου συχνάζουν εκείνοι που ξέρουν να γλεντούν στις κατακόμβες της ιστορίας. Και, συνάμα, μια γενναιόψυχη χειρονομία, μία σθεναρή πρόταση για το πώς ίσως οφείλουμε να ξαναγράψουμε ποιήματα: με καρδιά φλεγόμενη αλλά με νου εστιασμένο στην απεύθυνση, στη δωρεά, στη χαριστικότητα.

 

Ποίημα και συνάμα κλείσιμο του ματιού στον διπλανό, χειραψία ένθερμη, αγκαλιά άδολη. Οι λέξεις ξαναγίνονται σάρκα, το ποίημα γίνεται γεγονός αναστάσιμο, ο ρυθμός απογειώνει το τραγούδι, ο αναγνώστης θέλει κι αυτός να σηκωθεί και να χορέψει ένα άγριο, βίαιο, παθιασμένο, αισθησιακό φλαμένγκο”.

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter