Φίλες και φίλοι καλησπέρα σας. Απόψε, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Γιώργου Δουατζή «Ανάσα από πηλό», από τις εκδόσεις Πάπυρος, είμαστε εδώ, για να παρακολουθήσουμε μια ξεχωριστή,  διαφορετική παρουσίαση, από αυτές που μέχρι τώρα γνωρίζαμε.

 

Θα μου επιτρέψετε να μοιραστώ μαζί σας, το προσωπικό μου βίωμα, από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Όταν το πήρα στα χέρια μου, στάθηκα για πολύ ώρα, στον τίτλο. ΑΝΑΣΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ. Βιβλικός τίτλος, σκέφτηκα. Όταν στον πηλό χαρίστηκε η ανάσα, γεννήθηκε ο άνθρωπος.  ‘Χους ειμί και εις γην απελεύσω’…Χώμα και ανάσα χρησιμοποίησε ο Γιώργος Δουατζής, σε μια μυθιστορία,  που είναι συναρπαστική, και δικαιώνει τον τίτλο της.

Αυτό που δεν μπόρεσα να κάνω διαβάζοντας αυτό το βιβλίο είναι, να αποφύγω την ματιά του ψυχολόγου. Οι ήρωες, ένας-ένας, με την σειρά που όρισε για αυτούς ο συγγραφέας, κάθισαν απέναντί μου, στην  καρέκλα του θεραπευόμενου και ξεκίνησαν να διηγούνται την προσωπική τους ιστορία. Εξομολογήθηκαν αυτά που δεν είχαν μέχρι εκείνη την στιγμή τολμήσει να πουν, έκλαψαν μπροστά μου, θύμωσαν, θυμήθηκαν ακόμα και αυτά που για χρόνια ήθελαν να ξεχάσουν, παραδέχτηκαν λάθη, έψαξαν για λύσεις. Προσωπικά μπορεί να βρήκα κομμάτια του εαυτού μου στους ήρωες, ή μπορεί κάποια από τις εμπειρίες και τα βιώματά τους να πλησιάζουν την δική μου προσωπική ιστορία, αλλά αυτό, μπορεί να συμβεί σε κάθε αναγνώστη.

 

Η ιστορία ξεκινά με τον Κώστα, τον βασικό ήρωα του βιβλίου, ο οποίος, διαβάζει ένα παλιό ημερολόγιο, γραμμένο από τον ίδιο χρόνια πριν και θυμάται ξανά, τον θάνατο του πατέρα του. Θυμάται και σημειώνει πως, εκείνος ο πατέρας που έφυγε νωρίς, είχε ένα ύφος ανέκφραστο, λες και φοβόταν μήπως οι άλλοι διαβάσουν την σκέψη του ή αναγνωρίσουν την συναισθηματική του κατάσταση. Αυτό, ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ζωή του μικρού αγοριού, που ήταν πάντα εκεί για να αντέξει, που δεν έκλαψε μπροστά σε κανέναν, και όρισε τον εαυτό του ως έτοιμο να αναλάβει ευθύνες. Πριν ακόμα ολοκληρώσει τον κύκλο της παιδικότητάς του, έγινε ο πατέρας στην θέση του πατέρα του. Τι ρόλο θα παίξει στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του κάτι τέτοιο; Πόσο θα επηρεάσει την προσωπική γραμμή της ενήλικης ζωής του;

 

Στην πορεία, ο Κώστας, ως ενήλικας πια, αντιλαμβανόμαστε πως έχει δύο ζωές. Μια ανοιχτή στα μάτια των πολλών, που είναι η δουλειά του ως κεραμίστα –φτιάχνει γλάστρες και βιοπορίζεται από αυτό- και μια άλλη, ολότελα δική του, που είναι η γλυπτική με πηλό, τα αγάλματα που δημιουργεί μόνος, κλεισμένος στο εργαστήρι του. Φυλακίζει τα συναισθήματά του στην τέχνη και αυτό είναι η μόνη ανάσα ζωής που έχει.

 

Αργότερα, γνώρισα και την Ελένη. Είναι όμορφη, νέα, γόνος εύπορης οικογένειας που έχει σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Οι γονείς της ζούνε εδώ και χρόνια κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς να έχουν καμία επαφή μεταξύ τους. Αυτό, της δημιουργεί ερωτηματικά. Η σχέση της με τον πατέρα της Ιάσωνα, κατατάσσεται από την ίδια στις προβληματικές και ζητά βοήθεια από ψυχολόγο.

 

Οι δύο αυτοί κόσμοι λοιπόν, συναντιούνται και εμπλέκονται συναισθηματικά. Δύο οικογενειακά συστήματα, εμποτισμένα με τις πεποιθήσεις και τις νοοτροπίες που φέρουν από τα οικογενειακά πλαίσια μέσα στα οποία έζησαν οι ήρωες, ολότελα διαφορετικά μεταξύ τους, προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν καινούργιο κόσμο. Ο κόσμος της Ελένης, λαμπερός, χωρίς οικονομικές έγνοιες και του Κώστα ο κόσμος της σιωπής του δημιουργού.

 

Φέρουν και οι δύο, μνημονικά ίχνη που παραπέμπουν σε πληγές αφημένες στην ίδια θέση, από τότε που ήταν παιδιά. Έχουν και οι δύο ερωτηματικά που για χρόνια παρέμειναν αναπάντητα, γιατί στις οικογένειες τους, οι γονείς τους, σπάνια συζητούν, σπάνια αποκαλύπτονται. Ή μάλλον αποκαλύπτονται, όταν πια είναι πολύ αργά για τους ίδιους, αλλά και για την σχέση με τα παιδιά τους, όπως έκανε για παράδειγμα, ο σιωπηλός και απόμακρος πατέρας της Ελένης. Κάποιοι μάλιστα, κυρίως οι μητέρες το κάνουν αυτό, επικαλούνται θυσίες στο όνομα της ισορροπίας των παιδιών τους, χωρίς ποτέ να τα ρωτήσουν αν τα ίδια επιθυμούν κάτι τέτοιο, όπως έκανε η μητέρα της Ελένης, όπως κάνουν πολλές γυναίκες-μανάδες, προκειμένου να καλύψουν τον φόβο τους να ζήσουν, όπως οι ίδιες το επιθυμούν.

 

Μπήκα για άλλη μια φορά στην διαδικασία να σκεφτώ, με αφορμή την ΑΝΑΣΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ, τον τρόπο με τον οποίο οι περισσότεροι, δίνουμε μάχες για να μην αγγίξουμε κομμάτια μέσα μας που πονάνε, να μην έλθουμε με κανέναν τρόπο σε επαφή μαζί τους. Και αυτό από μόνο του, μας απομακρύνει τόσο από τον ίδιο μας τον εαυτό, τον πραγματικό μας εαυτό, τον οποίο στο τέλος, ξεχνάμε. Ξεχνάμε ποιοι είμαστε. Υποτάσσουμε τα θέλω μας στα πρέπει που μας έχουν επιβληθεί νωρίς από τους πατεράδες και τις μανάδες μας. Έχουμε εκπαιδευτεί να φοβόμαστε τις αλλαγές. Μένουμε σε αυτό που έχουμε μάθει ως φυσιολογικό, και όταν ανακαλύπτουμε πως ίσως και να μην είναι, τι κάνουμε; 

 

Δεν επιθυμώ να ρωτήσω γιατί συμβαίνει αυτό. Άλλωστε το γιατί, είναι μια ερώτηση, που η απάντησή της, δεν έχει τίποτα περισσότερο να μας  δώσει, από ένα άλλοθι και την απόλυτη ευχέρεια να δείξουμε με το δάχτυλο τον φταίχτη και αυτό να μοιάζει αρκετό, να μας απαλλάξει από την ευθύνη των προσωπικών μας επιλογών, σε θέματα όπως η αδυναμία μας να εμπλακούμε συναισθηματικά με τον άλλο, η παραδοχή των συναισθημάτων μας, όποια και αν είναι αυτά, η δυσκολία να αφεθούμε στην στιγμή, ο φόβος να ζήσουμε, έτσι όπως μας αξίζει. Με ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο ο κάθε ένας μας, ενεργεί έτσι ώστε… 

 

Οι γονείς, μετακυλούν τον δικό τους τραύμα και τον πόνο του, στα παιδιά τους και γίνονται οι γονείς, που οι ίδιοι μίσησαν.

 

Αυτό ακριβώς είναι ένα θέμα που θα ήθελα πολύ να συζητήσουμε απόψε. Η μετακύληση του τραύματος από γενιά σε γενιά, μπορεί κάπου να σταματήσει; Και τι μπορεί να κάνει πρακτικά κάποιος για να πάψουν οι γενιές να κουβαλάνε αυτό το συστημικό βάρος;

 

Χριστίνα Σταματάκη, ψυχολόγος

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter