Αγαπητέ Γιώργο,

 

Διάβασα το «Κόκκινο κασκόλ» και αισθάνομαι την ανάγκη να σου γράψω δυο λόγια.

Έχω την εντύπωση ότι μετά την «πατρίδα των καιρών» και τις «σχεδίες» το «κόκκινο κασκόλ» "τυλίγεται"... γύρω από το λαιμό του ποιητή με κάπως αυτοκριτική διάθεση. Προπαντός έρχεται για να «ζεστάνει» την παγωμένη του καρδιά. Φρονώ ότι ο ποιητής είναι πιο ήρεμος, σοφότερος και κατασταλαγμένος, αλλά ολοσχερώς απογοητευμένος... «πως να τους πείσω ότι το κόκκινο που έβλεπαν δεν ήταν του κασκόλ...» (βίος άσκοπος, απόστροφος και άλλα ακόμα). Φρονώ ακόμα πως έχει χαμηλώσει την οργή του, έχει ανατάμει την πραγματικότητα, έχει αποδεχτεί προσωρινά και εν μέρει εκείνο που δεν μπορεί να αλλάξει άμεσα και παράλληλα προετοιμάζει μονοπάτια για μια συμπαντική συνάντηση, αφήνοντας τα ίχνη του τα οποία πλέον είναι αναγνωρίσιμα. Με άλλα λόγια βάζει μια σφραγίδα διαχρονικότητας.

Όλα αυτά, Γιώργο, μέσα από ένα λόγο δικό σου -καθόλα αναγνωρίσιμο- μιάς και τα «χρώματα» του λόγου σου προκύπτουν από τις σαφείς αντιθέσεις των νοημάτων, είναι συγκεκριμένα και δεν εγκλωβίζεσαι σε επιτηδευμένες υφάνσεις πολυχρωμίας.

Νομίζω πως η ποίησή σου, ανέκαθεν, αποτυπώνει ένα μεγάλο γιατί. Αυτό το γιατί προκύπτει ξανά, αλλά αυτή τη φορά είναι λίγο ξεθωριασμένο στα δικά μου μάτια. Πιστεύω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Ό,τι απαντήθηκε στα τόσα χρόνια ποιητικής ενόρασής σου απαντήθηκε με ειλικρίνεια. Η ευθύνη του λόγου σου στο εξής -αν προκύψει-, νομίζω πως θα δομηθεί σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Εξάλλου, θα πρέπει να αιτιολογήσεις εκείνο το... «Α, πόσες τρικλοποδιές σου έβαλε η νύχτα και συνεχίζεις απτόητος να περπατάς...»

Δεν πείστηκα για την αισιοδοξία που εκπέμπει ο τελευταίος στίχος σου... «Κι έρχεται πάντοτε η ώρα που δυο μάτια θα σημάνουν εγερτήριο ξανά». Μοιάζει σαν να ειπώθηκε μόνο και μόνο για να μην πληγώσει... πρόσωπα, ιδεολογίες, υπόβαθρο ακόμα κι εσένα τον ίδιον. Αυτή η αίσθηση που μόλις σου περιέγραψα (και μου άρεσε) θα μπορούσε να είναι το θεμέλιο για να χτίσεις την επόμενη ποιητική σου κραυγή. (Ήδη σε βλέπω να κουνάς το κεφάλι καταφατικά. Συνεννοηθήκαμε.)

Σήμερα -περισσότερο από ποτέ-, συνειδητοποιούμε ότι η συλλογική σοφία, (ή το ιδεολόγημα αν προτιμάς), αυτή που ο κόσμος μπορεί να αισθανθεί σαν θερμοκρασία στο πετσί του, έχει πολεμηθεί βάναυσα, έχει συρρικνωθεί και οι αντιστάσεις έχουν υποχωρήσει. Δεν είναι ανάγκη να το αποδείξουμε. Γενικότερα νομίζω ότι οι ποιητές έχουν να πορευτούν σε καινούργιους ατραπούς που οφείλουν να διανοίξουν για να βγουν στο ξέφωτο μιας συλλογικής συνείδησης και πάλι. Μιας συνείδησης που δεν θα "προσμένει" απαραίτητα, μήτε θα πηγαινοέρχεται άσκοπα στο ασυνείδητο, αλλά θα "πράττει".

Γιώργο, με το χέρι στην καρδιά, δίχως ίχνος εγωιστικής διάθεσης και προπαντός επειδή θεωρώ τον εαυτό μου παντελώς ακατάλληλο να κρίνει, παραθέτω απλώς σκιαγραφημένη την δόνηση πληρότητας που αισθάνθηκα μελετώντας σε.
Σ’ ευχαριστώ για την κατάθεση ψυχής που μοιράστηκες μαζί μου.

Καλοτάξιδο.

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter