Έναν άνθρωπος που ομολογεί πως πασχίζει να δοξάσει την ζωή στεκόμενος απέναντι στο ακατανόητο του κόσμου. Αυτόν αντικρίζω, όταν διαβάζω την ποιητική αμάχη του Γιώργου Δουατζή. 

 

Η ρίζα του είναι μια ρίζα καθάρια και αθώα, ποτισμένη από φως μιας αλλοτινής εποχής, όταν ο σεβασμός στην παντοδυναμία της Ταπεινότητας ήταν απαράβατος νόμος των δημιουργών. Είναι μια ρίζα όμοια με αυτήν ενός ουμανιστή εν μέσω βομβαρδισμών που φλεγόμενος ως δέντρο, μα και άκαυτος ως βάτος, εκπέμπει ως φλόγα την κούραση, την ματαιότητα μα και τον μονόδρομο της κραυγής και του αγώνα του. Ίσως γι’ αυτό ο λόγος του ορθώνεται ευθυτενής μες στην γενικευμένη ρημαγή καθετί ανθρώπινου. Στον λόγο του ακούγεται το παιδί που αρνείται να δολοφονήσει την Ομορφιά προς χάριν της Ενηλικίωσης.

 

Γνωρίζοντας πως άοπλος από προγνώσεις μπαίνεις στης τρέλας τον βυθό, κουβαλά το δυσβάστακτο φορτίο του παντοτινά ημιτελούς ποιήματος και μας κλείνει το μάτι έμπλεος ντροπής για την ευαισθησία σου. Μια απέθαντη εφηβεία είναι ό,τι έχει και γυμνόστηθη την υψώνει απέναντι στις κάνες των όσων τον πληγώνουν.

Πιστός στην μεγάλη Μάνα δεν παύει να μας υπενθυμίζει το αληθινό μας μέγεθος με το εξαιρετικής πυκνότητας και βάθους ποίημα του Σπατάλη: Πόσο σπάταλα χύνονται/ τα πιο ακριβά πράγματα/ το αίμα, το νερό. /Σαν τις απώλειες/ που έχτισαν το μικρότερο δωμάτιο/ στο οποίο έπρεπε να κατοικήσω./ Κι όσο μεγάλωνα/ αυτό τόσο και μίκραινε/ ώσπου έγινε ένα μικρό σημάδι /χαμένο στο άπειρο/ ενός άνοου κόσμου. 

Σίγουρα το κόκκινο δεν είναι του κασκόλ του. Είναι το κόκκινο της ζωής που ανταριάζει όπως η δίψα για το δίκιο στα μάτια των ανθρώπων, είναι το κόκκινο των αγίων που δεν χρειάζονται θρησκείες, είναι το κόκκινο των ποιητών. 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter