19.

Απεκδύθηκε ανθρωπισμού η ανθρωπότητα
την έπνιξε θάλασσα γκρίζα
μονοδιάστατων κερδοποιών διπόδων
βυσσινί στον ορίζοντα
κι αυτοί μιλούν για επενδύσεις
τρέχουν τα τρωκτικά σε παραζάλη
υπέρβαρα, κέρματα φορτωμένα
Κι έρχεται κείνη η
ώρα του κενού
όπου δεν έχεις τίποτα να πεις
κυρίως να σκεφτείς
Τρέμω για μένα και γι αυτούς
φοβάμαι και λυπάμαι
Και ξαφνικά οι ποιητές έπαψαν
να είναι άλλοθι βαρβάρων

 

26.

Εντάξει, με απειλή
και φόβο κυβερνήσατε
με εργαλεία συμπεριφορών ατομικών
χειραγωγήσατε τη μάζα
αλλά πώς καταφέρατε άθλιοι
να φοβηθούμε τον ανύπαρκτο ίσκιο μας
ετεροκινούμενοι και συγχρόνως μακάριοι
Μια τεράστια χωρίς τοίχους φυλακή
Γίναμε ξενιτεμένοι και ξενόφοβοι
στην ίδια την πατρίδα μας
Ποιος χρόνος τίνος μετράει ποιος;

 

27.

Πλήθος τα εξαπτέρυγα
και ήρθε το σκοτάδι
μια μάσκα λύπης ολόκληρη η πατρίδα
ο στροβιλισμός στο κενό
μεταξύ εγώ και εαυτού
μας έκανε να ξεχαστούμε, να ξεχάσουμε
και φτιάξαμε κατασκευές
να κρύψουμε τις αυταπάτες
ένδεοι
όπως αποστρέφονται τις απορρίψεις
άντρες μεγαλόσχημοι
και τον καθρέφτη τους
οι γερασμένες ντίβες