Αποσπάσματα από το βιβλίο – ποίημα “Πατρίδα των καιρών”

του Γιώργου Δουατζή Εκδόσεις Καπόν

 

8.

Με πόσα κέρματα μετριέται η ψυχή σου
η ανάσα σου, η υποτέλεια
με πόσα αλήθεια κέρματα μετριέται;
Η αξία τους ίδια σούρουπο
χάραμα και νύχτα;
Η ψυχή, η ανάσα σου, με πόσα;
...

 

9.

Πώς σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι
πώς...με περιούσιο λαό χωρίς περιουσία
σε εξαπάτησαν με ψεύτικα φτιασίδια
σε κλείσανε στα τείχη τους
σε αλωνίζουν οι προστάτες
κι έγινες η περήφανη εσύ
τώρα ζητιάνα των βαρβάρων
που της στερήσανε το φως
για να εισπράξουμε έστω αργά
πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας
Α, οι δημοκόποι
πατρίδα πώς...

 

10.

Νόμισες δεν είναι πόλεμος
γιατί δεν είδες αίματα και τραυματίες
όμως είδες εκείνους τους νεκρούς
σκυμμένους σε κάδους σκουπιδιών
καταμεσήμερο στο κέντρο της πρωτεύουσας
ικέτες στα απορρίμματα μεγακαταστημάτων
τους πεινασμένους, τους εξάγγελους
νεκρούς να επαιτούν
τους είδες

 


 

12.

Πόλεμος σου λέω
βυθίζει τις ψυχές
μολύνει το μυαλό
σκοτώνει μέλλον και ελπίδα
τα παιδιά δεν είναι ζωντανά
μη σε γελάει που περπατούν
Πόλεμοςη εστία μου πουλήθηκε
τα χέρια σου πουλήθηκαν
τα όνειρα πουλήθηκαν
φωνή, στόμα πουλήθηκαν
το είναι μας πουλήθηκε δεν θα το βρεις
κι αντάμα παρελθόν, παρόν
μέλλον κι οράματα
όλα πουλήθηκαν
γιατί είναι πόλεμος
μην τα αναζητήσεις
μόνο τη δίψα της κατάκτησης θα βρεις
αυτή δεν θα χαθεί ούτε με τη ζωή τους

 

13.

Πόσοι
σκοτωμένοι βαδίζουν στους δρόμους
πόσοι να ήξερες
άβουλοι, ρομπότ, νεκροί
μες τα πανάκριβα κοστούμι
αδεκαετίες τα κουτιά της αποχαύνωσης
έφεραν υπαρξιακές μονώσεις
έγιναν όλα κύκλοι γκρι
γύρω μάτια οθόνες παγωμένες
χέρια τυφλού ζητούν προορισμό
κάννες βενζιναντλίας στον κρόταφο
και φερμουάρ πασίκλειστα στο στόμα
Αναρωτιέμαι ακόμα δυστυχής
πότε θα γίνει επανάσταση
για τούτη την αόρατη μεγάλη φυλακή
την αφανή ασφυκτική δικτατορία

 

17.

Οι ήχοι είναι πυρκαγιάς μέσα σε μαύρες νύχτες
υποταχθήκαμε σε κάρτες πλαστικές
δεν ακούσαμε τα απειλητικά σημάδια
που έστελναν απεγνωσμένα
οι σοφοίδεκαετίες έγνεφαν με τρόπους χίλιους
τώρα τους σκέπασε σιωπή
μη όντες χρήσιμοι χαθήκαν ως νεκροί...

 


 

19.

Απεκδύθηκε ανθρωπισμού η ανθρωπότητα
την έπνιξε θάλασσα γκρίζα
μονοδιάστατων κερδοποιών διπόδων
βυσσινί στον ορίζοντα
κι αυτοί μιλούν για επενδύσεις
τρέχουν τα τρωκτικά σε παραζάλη
υπέρβαρα, κέρματα φορτωμένα
Κι έρχεται κείνη η
ώρα του κενού
όπου δεν έχεις τίποτα να πεις
κυρίως να σκεφτείς
Τρέμω για μένα και γι αυτούς
φοβάμαι και λυπάμαι
Και ξαφνικά οι ποιητές έπαψαν
να είναι άλλοθι βαρβάρων

 

26.

Εντάξει, με απειλή
και φόβο κυβερνήσατε
με εργαλεία συμπεριφορών ατομικών
χειραγωγήσατε τη μάζα
αλλά πώς καταφέρατε άθλιοι
να φοβηθούμε τον ανύπαρκτο ίσκιο μας
ετεροκινούμενοι και συγχρόνως μακάριοι
Μια τεράστια χωρίς τοίχους φυλακή
Γίναμε ξενιτεμένοι και ξενόφοβοι
στην ίδια την πατρίδα μας
Ποιος χρόνος τίνος μετράει ποιος;

 

27.

Πλήθος τα εξαπτέρυγα
και ήρθε το σκοτάδι
μια μάσκα λύπης ολόκληρη η πατρίδα
ο στροβιλισμός στο κενό
μεταξύ εγώ και εαυτού
μας έκανε να ξεχαστούμε, να ξεχάσουμε
και φτιάξαμε κατασκευές
να κρύψουμε τις αυταπάτες
ένδεοι
όπως αποστρέφονται τις απορρίψεις
άντρες μεγαλόσχημοι
και τον καθρέφτη τους
οι γερασμένες ντίβες

 


 

28.

Α, πόσο θα ομόρφαινε ο κόσμος
χωρίς θεόσταλτους κι εντεταλμένους
ευήθεις καταναλωτές
αυτέγκλειστους και δειλούς
αναχωρητές τσιμέντου κι αυταπάτης
εκπρόσωπους και ανθ’ ημώνυποσχόμενους και αφελείς
μακάριους
Α, πόσο θα ομόρφαινε χωρίς

 

31.

Μα και τα όνειρα αιμόφυρτα;
Και βέβαια επιτρέπεται να ονειρεύεσαι
ποιος είπε πως δεν έχεις το δικαίωμα
αρκεί να μη σηκωθείς
από της αδράνειας το καθιστικό
Και βέβαια μπορείς να ονειρεύεσαι
για δικαιώματα κι ανθρώπους
για διαρκή επανάσταση
πέραν
-ισμών της χειραγώγησης
πάντα βέβαια για το καλό του λαού
φτάνει να το ορίζουν σάπιοι ηγετίσκοι
Τόσο αιμόφυρτα τα όνειρα λοιπόν;

 

33.

Ξέρω
δεν πάλεψες
για ταύτιση με τα σκουπίδια
δεν είχες στόχο τέτοιομα στην πορεία αφέθηκες
και σε έκαναν απόρριμμα
χάρτινο καραβάκι παιδικό
σε ρυπαρούς χειμάρρους
Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε;
Γι αυτόν αγωνιστήκαμε;
Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά;

 


 

34.

Τύψεις που δεν αντέδρασες
όσο και όταν το καλούσαν
οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές
Η μη αντίδραση βαριά συνενοχή
άσε το «πού μας φτάσανε»
«πού και πώς φτάσαμε»
να αναρωτιέσαιΚαι τώρα
τάχα ώριμος
λες, λέω πάλι και ξανά
πως δεν μετείχα, δεν μετέχεις
άρα δεν φέρουμε κανένα ίχνος ενοχής
Μα τότε, πώς κατάντησε
ζητιάνα η πατρίδα

 

35.

Πολλά, τα περισσότερα
δεν άξιζαν το χρόνο
τη σκέψη, το συναίσθημα
και τη μοναδική ζωή μας
Ζωή λιτή κι ανάλαφρη
λάθη και ενοχές στη λήθηόσο πιο λίγα έχουμε ανάγκη
τόσο πιο λίγα αναζητούμε
εκτός από αξιοπρέπεια
ελευθερία και αγάπη

 

37.

Πότε θα γυρίσεις την πλάτη
στις ψεύτικες ανάγκες
πότε θα πάψει η αφέλειά σου
να παράγει τον πλούτο άλλων
πότε η περήφανη διαφυγή
από την υποθήκευση ολόκληρης ζωής
σε έγχρωμες κάρτες
Πόσος αγώνας χρειάζεται
να βρεις κρυμμένη στα ελάχιστα
την ευτυχία;

 

43.

Και σε παρακαλώ να μη ξεχνάς
πως
δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας
είναι πόλεμος μόνο με ηττημένους
οι σκοτωμένοι παίρνουν εκδίκηση
ως κι από τα όνειρά μας
αυτή η τεράστια ζωογόνα ανατροπή
που μοιάζει σκοτεινή
έχει στα σπλάχνα της πολύ
και σπάνιο κρυμμένο φως
αυτό το κύμα της οργής
μπορεί να πάρει ανατροπής μορφή
ανάτασης, δημιουργίας

 

44.

Μην ξεχνάς σου λέω μην
και είναι άγια η προτροπή
αφού
έτσι προστάζουν οι Ποιητές
οι ανάγκες, η δίψα, οι ελπίδες
όσοι απέμειναν άνθρωποι
τα αγέννητα, τα τωρινά παιδιά
έτσι προστάζουν
Να ήξερες με πόσο
λίγη αγάπη
θα άλλαζε ο κόσμος...

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter