Ε Λ Π Ι Δ Α


    Ελπίδα, σε είδα να ορθώνεις το κορμί, χορεύοντας με τα χέρια υψωμένα. Τότε που η γλώσσα του σώματος έκλεινε το στόμα. Κι έτσι δεν μπόρεσες να πείς ξανά: Ως κι οι ποιητές πεθαίνουν…

    …Είναι καιρός που σεβάστηκα όλα τα εφηβικά, χωρίς απάντηση, γιατί.
Κι έτσι μια αίσθηση ελευθερίας, άνοιξε τα δυο μου χέρια σε αγκαλιά για τον κόσμο ολόκληρο. Απαλλαγμένος από μίση, γεμάτος πάθη, άδειος από σιγουριά, όμως χωρίς ανασφάλεια - αφού το αύριο θα έρθει έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς εμένα – γαντζώθηκα στο αιώνιο, χωρίς αιτιολόγηση, παιχνίδι της συνέχειας κοιτάζοντας τον ουρανό κι όχι το χάος,  για να καταφέρω να αφήσω χάρτινους απογόνους. Όμως στο παιχνίδι της συνέχειας, έλειψαν κάποια χρωμοσώματα…

   

Σε βλέπω αχνά Ελπίδα και σκέφτομαι πως υπάρχουν ταίρια, που το μισό εξαφανίζει το άλλο, οδηγώντας στην εξαφάνιση αυτό το ίδιο το ταίρι.
Κι έτσι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα, σε αγναντεύω αγαπημένη. Δεν έχεις χρώματα, ούτε περίγραμμα πια. Κι όμως υπάρχεις.
Σαν
τα εφηβικά όνειρα που τρέφουν ώριμες ηλικίες
το χνούδι στο εφήβαιο της ομορφιάς
την Άνοιξη που δεν λέει να ρθει
τα απλωμένα ασπρόρουχα της γειτονιάς
το χαμόγελό σου
τη σκιά κείνων που δεν πέρασαν ακόμα
τα σοκάκια αυτών που κοιτούν τον ουρανό και βαδίζουν με σιγουριά
το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη
το χρώμα της ανθοφορούσας γης
το βλέμμα του αποχαιρετισμού
τα μαντήλια στα λιμάνια και τους σταθμούς
τα μολύβια που μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά
την κίνηση του κορμιού σου υποταγμένου σε μουσικές
το άγνωστο που θάρθει νύχτα αργινή κι ευαίσθητη
την παραπαίουσα απόφαση της στιγμής
το παιχνίδι μες στις λάσπες
το γιορτινό δέντρο της ανάστασης
το χρώμα κυκλαδίτικων βράχων το σούρουπο
εσένα που λείπεις ωσεί παρούσα
το ποτό που κυλάει αργά στις φλέβες
το γέλιο σου που γεμίζει αδειανά κελάρια
το ποτάμι που χάνεται στον ωκεανό
τα άκρως σιωπηλά τραγούδια μου τις νύχτες
τις φλύαρες σιωπές των ματιών σου
τις αναίτιες ενοχές
τους μοναχικούς έφηβους τις άγριες νύχτες του χειμώνα
τα χωρίς αποδέκτη τραγούδια μας
τον ποιητή που χωράει σε ένα κουτσό αλφάβητο τις νύχτες
την ποίηση που τρέφει την τυφλή μεγαλοσύνη μας
τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος

 

    Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού...

    ...Θέλω τη φωνή σου να λέει σ αγαπώ. Την αφή σου σε επίκληση. Τη μυρωδιά σου να με αγκαλιάζει. Τα μάτια σου να διώχνω τη μελαγχολία τους. Το κορμί σου να νιώθω ότι υπάρχω. Το χέρι σου για περπάτημα σε όμορφους δρόμους
Τα μάτια σου να μοιράζομαι τις ομορφιές. Και δεν ντρέπομαι, ούτε θα ντραπώ. Και όχι βέβαια γιατί οι δρόμοι είναι πάντα έρημοι, με τόσο συνωστισμό.

 

Είναι τόσο αργά Ελπίδα, τόσο…
Καληνύχτα.

 

  

Σ Τ Α Υ Ρ Ο Σ

 

   Όταν άρχισα που λες Σταύρο τα τραγούδια μου παιδί, ήξερα ότι δεν θα σταματούσα. Μόνο κάτι ανάπαυλες μεγάλες, με ενοχές για τον αποχωρισμό από τα χαρτιά μου και πάλι από την αρχή τραγούδι. Ξέρεις εσύ γιατί ομότεχνε. Το τραγούδι ήταν και είναι τόσο ζωογόνο, σαν νερό, σαν οξυγόνο, σαν αίμα, σαν φωτιά, σαν γη. Ως έρωτας. Μεγάλος κι ασίγαστος.

   Τώρα,  είσαι βέβαιος πια, ότι θα διηγούνται ως παραμύθια οι επίγονοι, για κάποιους προγόνους που αγαπούσαν, που προλάβαιναν τα δειλινά και ρούφαγαν τα σούρουπα με τα χέρια ανοιχτά σε αγκαλιά

   Θα διηγούνται για προγόνους, που ένιωθαν την ανάσα της συντρόφου. Ένιωθαν την αφή ενός κορμιού κοντά και μέσα τους και το μύριζαν και το γεύονταν. Όλα. Το κορμί, το δέρμα, την ψυχή, το μέσα του άλλου. Παραδομένοι σε μιαν έκσταση επαναλαμβανόμενη, αλλά πάντα μοναδική.

   Θα διηγούνται ιστορίες για μια μπαγκέτα, ένα δοξάρι, ένα μολύβι, ένα πινέλο, ένα σκαρπέλο. Από τις αρχαίες εποχές.

  Θα διηγούνται για γραμμόφωνα, χρωματιστά φουστάνια, όνειρα, απαντοχές, ελπίδες, αγώνες, συλλογικές αυταπάτες, κι οράματα πολλά.

   Θα διηγούνται για βλέμματα που έσκιζαν στιγμές τον ουρανό. Για σημαίες πολύχρωμες υψωμένες στα αστέρια. Για παιδικές μνήμες τρυφερές, για φιλίες κι αυτοθυσίες. Για βλακώδεις, εκμεταλλεύσιμους ηρωισμούς.

  Θα διηγούνται για γράμματα σε υγρούς φακέλους με ξεθωριασμένο όνομα αποστολέα, για κίτρινες φωτογραφίες, για κήπους και καρπερά δέντρα.

   Θα διηγούνται για πολέμους - συμβατικούς τους έλεγαν τότε – για λιθόστρωτους δρόμους και σκοτεινά σοκάκια, για σπίτια νεοκλασικά των επαϊόντων

    Βέβαια δεν ήξερα, πού να το φανταστώ, ότι τα ποιήματα στον υπολογιστή χρόνια μετά, θα υμνούσαν εκπληρωμένους μόνο έρωτες. Η ότι τώρα, συνέχεια των δαχτύλων, πλήκτρα πλαστικά. Με το αλφάβητο ταξινομημένο αυστηρά. Είπαν για μεγαλεωφόρους της παγκόσμιας επικοινωνίας, μέσα από υπολογιστές της απομόνωσης.

    Τώρα μεταλλαγμένα τρόφιμα και βρώμικος αέρας. Τώρα αποστάσεις και μυθεύματα. Τα βιβλία μακριά. Οι ανάσες γρήγορες τις νύχτες, από κάματο. Γιατί ο χρόνος δε φτάνει πια. Έγινε πολυεθνικός και παγκόσμιος και χτυπάει μυαλό, καρδιά κι ανάσες. Δεν υπάρχει χρόνος γι αγκαλιές.

   Η αγαπημένη βλέπει το χέρι σου απλωμένο κι ανέγγιχτη, βαδίζει χαμένη στις λεωφόρους τους. Τα χαρτιά σου τα πήρε ο άνεμος κι ας τα σφιχτοκλείδωσες στο συρτάρι. Αυτοί που διάβαζαν κείμενα πατεράδων και προγόνων, πήρανε το στίγμα του αφελούς. Άχρηστοι δηλαδή, χωρίς χρησιμότητα καμιά, απασχολούν τους νυν εξουσιάζοντες, όπως εμάς κάποτε τα σκουπίδια που μόλυναν τον ορίζοντά μας.

   Κι εγώ, ο ταξιδευτής σε χώρους άγνωστους τις νύχτες, δεν έχω πια ούτε την οργή, που θα κινούσε το χέρι μου οπλισμένο τσεκούρια και σπαθιά, για να σπάσω σε χίλια κομμάτια τις οθόνες τους. Έκαναν εικόνες αυτά τα υπέροχα άυλα όντα που στήριζαν το αλφάβητο και τα τραγούδια μας. Οι λέξεις έγιναν πλήκτρα, οθόνες, δίκτυα που μπαίνουν στο μυαλό και το χωρίζουν σε τετράγωνα συμμετρικά κι ηλίθια της αποχαύνωσης. Και τα όνειρα ξεχασμένα σε προγονικές αποθήκες χωρίς συντηρητικά.

   Τώρα, το βλέμμα σε βάθος μπροστά. Με ματιά σταθερή, καθαρή, προσηλωμένη σε καταγραφή αφανούς βίας με εκτενή παγκοσμιότητα.

    Βλέπω τους χρήστες σε ταξείδια χαλεπά κι αστόχαστα να χάνονται όλο και πιο βαθιά στις αυταπάτες μιας ζωής χαμένης από πριν, με την ψευδαίσθηση οδηγό και με την εκούσια ολική εξαπάτηση πέπλο.

 Βλέπω στο δρόμο της οριστικής απώλειας, να χάνονται μέτρα, αξίες, καταβολές, κληρονομιές, αισθητικά πρότυπα, συναισθήματα, αιτούμενα, αγώνες, πλησιάσματα, διεκδικήσεις, θεμέλια και ήθη.

   Βλέπω νέους κώδικες ηθικής σε ξέπνοους χρήστες, ρολόγια να δουλεύουν ακατάπαυστα χωρίς ελέγχους, συντηρήσεις. Τα παλιά ρολόγια δεν χρειάζονται πια κι ο ρολογάς νεκρός από καιρό χωρίς όνομα, ιστορία, καταχωρημένος σε δισκέτες συμπύκνωσης πληροφοριακού υλικού, αρχείων.

    Βλέπω όλη τη γη μια αράδα, μια ζωή, μια λέξη. Κι η γλώσσα διαβρωμένη από ξένες εισβολές, χωμένη κι αυτή στο παιχνίδι της απώλειας μιας εθνικής συνείδησης ήδη κατακερματισμένης.

    Βλέπω ξεσηκωμούς, αγριέματα, διεκδικήσεις επιστροφών, όχλους πολύχρωμους και χέρια να σφίγγουν πάλι σε γροθιά.

   Βλέπω παιδιά μεταλλαγμένα σε γέροντες και γυναίκες ένδεες, γυμνές, ακίνητες, χλωμές, να αρνούνται αναπαραγωγές κι επιβιώσεις. Με στήθια στεγνά, γεμάτα σιλικόνες, ανάμεσα σε δέντρα αποκαΐδια δάσους. Όγκοι τσιμέντου, ατσαλιού, γυαλιού, κλείνουν το δρόμο.

   Τα βαρελότα της Ανάστασης σε λόφους μακρινούς, απρόσιτους, ερημικούς.

  Τώρα, όλα τα γιατί έχουν μιαν απάντηση. Αδιαμφισβήτητη, μοναδική, μονόδρομο σε λεωφόρους εξειδίκευσης, ως και της ψυχής μας. Η αλήθεια τους μόνο μια. Κι η αμφισβήτηση, αίμα.

    Φόβος στους ισχυρούς κι υποταγή. Το τίμημα μικρό και μέγα, ολόκληρη ζωή χωρίς προορισμό.

    Το νιώθω. Οι λίγοι γίναμε λιγότεροι. Κι αν βρούμε την απάντηση, θα είναι μετά. Τότε που κι η ίδια δεν θα έχει νόημα πια, για να βεβαιώσουμε τους επιγόνους ότι είχαμε καλύτερες αυταπάτες. Με το χρόνο αμείλικτο να γράφει ιστορίες λαών, εθνών, μοναχικών ανθρώπων. Οριακή σύντμηση χρόνου και μεις εξαρτήματα άβουλα, μιάς μηχανής χωρίς πυξίδα. Οι στόχοι τώρα πουθενά.

   Και φτάσαμε να περπατάμε με το βλέμμα στη γη. Ψάχνοντας αβέβαια το χώρο για το επόμενο βήμα. Και μετά, τεράστια η απόσταση της επιστροφής. Γιατί έχει συντελεστεί ο πηγαιμός. Κι η επιστροφή, πάντα μεγαλύτερη.

    Θυμάμαι τώρα καθαρά, που είπες, πως αν η αλήθεια είναι άσπρο ή μαύρο δε θέλω να τη μάθω ποτέ.

    Σταύρο των πολύτιμων στιγμών της ευαισθησίας, της ανημποριάς και της υπέρτατης δύναμης. Χαίρε τα ερέβη.

    Πολύτιμε, ησυχία. Τώρα η νύχτα είναι βαθιά.

    Όμως…
Για να υψώνεις το χέρι, γροθιά ή παλάμη ανοιχτή πάνω από τους ανθρώπους και τα ερείπια, θα πει ότι είδες ορίζοντες και το σύμπαν δεν άδειασε – γιατί χωρίς φως πώς θα φανούν γραμμές των οριζόντων – κι έπειτα, μαζί με το χέρι απλωμένο ή γροθιά, υψώνεσαι και συ αδερφέ μου. Τι κι αν κάτω είναι ερείπια ή ναοί. Υψώνεσαι κι αυτό μετράει σ αυτή την καταραμένη συνομοταξία μας. Κι αν όχι, πώς και γιατί αιωρούμαστε;

 

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter