Το τρίτο βιβλίο μου σε σχήμα 20,5 Χ 14 εκατοστών από τις εκδόσεις Κάκτος το 1996. Το εξώφυλλο εικονίζει ψηφίδες. Τα ονόμασα μικρά, διότι ήταν πολύ μικρές φράσεις και αποτέλεσμα μακράς και αρκετά σκληρής αφαίρεσης...

 

   Στον πρόλογο έγραψα τότε:

 

   Το πρώτο το έγραψα στα δεκατρία μου.

 

   Από τότε γέμιζα σελίδες, σε κάτι μεγάλα τετράδια, σαν λογιστικά μεγάλα.

 

   Και μετά, κάθε φορά, μίκραιναν.

 

   Είκοσι χρόνια τώρα, μίκραιναν.

 

   Ήταν διάλογοι, απόπειρες ποιημάτων, θεατρικών, διηγημάτων, επιστολών, πάντως διάλογοι.

 

   Κάθε φορά που τα έβλεπα, μίκραιναν κι άλλο.

 

   Τόσο, που σημαδεύονταν έννοιες ολόκληρες στο μυαλό μου, με μια λέξη μόνο. Ακατανόητη φυσικά για τους άλλους.

 

   Το επόμενο βήμα θα ήταν να εξαφανιστούν...

 

   Αποφάσισα να τα τυπώσω, όταν με είπαν άτολμο, που τα θέλω κρυμμένα στο συρτάρι, σαν νοσηρός γονιός τα παιδιά του.

 

   Μου είπαν ακόμα ότι ντρέπομαι να δείξω ευαισθησίες, όταν εγώ ο ίδιος καταγγέλω αυτή τη ντροπή.

 

   Τα είπαν ποιήματα ή αφορισμούς, ως και γνωμικά, για να τα κατατάξουν κάπου. Λέξεις που δεν τολμάω.

 

   Τα είπα δεκανίκια.

 

   Κι ασπάζομαι τη ρήση του σοφού φίλου μου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη - τον πρόλαβε ο θάνατος και δεν κατάφερε να τα προλογίσει, όπως μου είχε υποσχεθεί - ότι “ο δημιουργός δεν μιλάει παρά μόνο με το έργο του”.

 

   Βουβός, τα παραδίδω...

 

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter