Ελένη Κονιδάρη, ποιήτρια
26. 10. 2003

 

 

    Εντυπωσιακά ενοχλητικό έργο. Αρχίζει ήπια, μα η σταδιακή κλιμάκωση σε βάζει θες δε θες στον εφιάλτη. Το "υποκείμενο" τα παίρνει όλα αμπάριζα, μιλά για θεούς και για δαίμονες, μαυλίζει κάθε ιδιωτική και δημόσια ενοχή. Οι "παρατηρητές" συνδαυλίζουν ακόμα περισσότερο το καζάνι της οργής που σιγοβράζει, με τη μονολιθική τους στάση. Απόηχοι του μακάβριου "Αυτός ο κόσμος δε θ' αλλάξει ποτέ". Όλα μένουν στάσιμα, τίποτα δεν εξελλίσσεται, παρά μόνο η συσσωρευόμενη οργή κι απόγνωση.

 

   Υπάρχουν εύκολοι τρόποι να μιλήσεις για τα δύσκολα. Είναι προς τιμήν του Δουατζή το ότι τους παρακάμπτει. Σαρκάζει ενίοτε, χρησιμοποιεί το λόγο σα λαστιχένια σφεντόνα, αλλά δεν ειρωνεύεται, ούτε βγάζει την ουρά του απ' έξω. Μιλάει με ειλικρινή κόπο για τα δύσκολα.

 

   Ακόμη, δείχνει να έχει ξεπεράσει το ταμπού εκείνο που επιβάλλει ένα λόγο κατακερματισμένο. Πως να συλλάβεις τη φρίκη συνολικά; Πως να τολμήσεις να μιλήσεις για Όλα; Κι όμως δε δίστασε να το πράξει, αποπειράθηκε να μιλήσει για όλα όσα τον απασχολούν. Και με άγχωσε, με τάραξε, με λύπησε, με θύμωσε. Και κυρίως μου θύμισε.

 

ΥΓ. Όταν ανέβει αυτό το έργο στο σανίδι, μην πάτε να το δείτε ως πολιτιστικό προιόν, ως παράσταση, ως ένα βράδυ μετά ψυχαγωγίας. Πρόκειται για μια επικίνδυνη αποστολή για φοβισμένους ίσως, θαρραλέους όμως εξερευνητές.

 


Γιώργος Πήττας - ποιητής
29/10/2003

 

   Το Κουμπί είναι μουσικό , έχει ρυθμό αναπνοής και ισοκράτη σε επιθανάτιο ρόγχο.
   Μου άρεσε πολύ γιατί δεν περιγράφει τον εαυτό του , δεν είναι αναφορικό, αλλά Είναι.   Κοφτερό σαν λεπίδι προσφέρει ένα πάτωμα γεμάτο σπασμένα τζάμια και προ-σ-καλεί τον θεατή να χορέψει και να ματώσει. Ο θεατής , είναι Ξυπόλυτος.


   Το έργο θα έπρεπε να ανέβει και να κυκλοφορήσει.
   Να κυκλοφορήσει , όπως κάποτε κυκλοφορούσαν οι Προκηρύξεις.
   Όχι πρόχειρα. Έξυπνα , ευφάνταστα και παθιασμένα (θυμωμένα). Και αυτοσαρκαστικά όμως.

   Η ύπαρξη του Κουμπιού και μόνο, ότι κάθησε δηλαδή ο Δουατζής και τό έγραψε στις μέρες μας, είναι ελπίδα. Έστω και αν είναι τόσο ελπίδα όσο και η τελευταία σκηνή του Φαρεναϊτ 451 του Τρυφώ -από το βιβλίο του Μπράντμπερι.

 

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter