Γράφει ο Γιώργος Δουατζής*

(Vakxikon, τεύχος 28, Κείμενα)

 

Είμαι μοναχικό εργαστήριο 

ψυχή στροβιλιζόμενη στο άπειρο 

χέρι που καταγράφει σκέψεις εσαεί 

κι αισθήματα 

με νόηση ανάλγητα γοργή 

να ταλανίζει σώμα και μυαλό 

 

Είμαι μοναχικό εργοστάσιο 

με δυό ιδέες κινώ την οικουμένη 

την τόσο μικρή κι ασήμαντη 

ώστε αναλογίζομαι συχνά 

αν της αξίζει η χάρη 

να την κινήσω και γιατί 

 

Είμαι μοναχική βιοτεχνία 

ορίζω αλήθειες αυτοαναιρούμενες 

αρνούμαι τις μοναδικότητες 

χωρίς φόβο δέος ή απόγνωση 

και γίνομαι αστείρευτη πηγή 

θάρρους ελπίδας και ζωής 

 

Είμαι μοναχική οικοτεχνία 

με ήχους μουσικής και ρολογιών 

γεννήθηκα γέροντας σοφός 

και επιστρέφω για να γίνω βρέφος 

ως μέγας δάσκαλος του εαυτού 

μπαίνω στο βάθος των πραγμάτων 

σπάω κελύφη παραπλάνησης 

βουτάω αδηφάγος στην ουσία 

 

Είμαι το μοναχικό εργαστήριο 

εργοστάσιο, βιοτεχνία, οικοτεχνία 

και κατά περίπτωση όταν οι ανάγκες 

της κατανάλωσης το απαιτούν 

βιομηχανία πάλι μοναχική είμαι 

οικοδομώ εστίες με λέξεις 

πανύψηλες εστίες οικοδομώ 

χάρισμα στους ανθρώπους 

 

Η φλυαρία μου 

ροπή προς την παράνοια 

η σιωπή μου 

πύλη μοναδική να αφουγκραστώ 

τον παραλογισμό του κόσμου 

 

Ανέβηκα στην πιο ψηλή κορφή 

κι αναρωτιόμουν νύχτες ολόκληρες 

να πέσω στη γοητεία του κενού 

ή να σε αναζητήσω 

Και για να γράφω ακόμα... 

 

 

(Μετριοφροσύνης εγκώμιον, Σχεδίες, εκδόσεις Καπόν 2012) 

 

Ταράχτηκα όταν στα δεκατρία μου χρόνια ανακάλυψα τετράστιχα που είχα γράψει στη δεύτερη τάξη του Δημοτικού. Από τότε γράφω συστηματικά. Έγραφα σε κάτι τετράδια μεγάλα, πολύ χοντρά, σαν τα τεφτέρια που είχαν οι μπακάληδες κάποτε για να γράφουν τα χρέη των πελατών, τα λεγόμενα βερεσέδια. Από τότε γέμισαν πολλά τετράδια, τα έχω ακόμη και τα κοιτάζω με μπόλικη τρυφεράδα. 

 

  Αναρωτήθηκα πολλές φορές ποια είναι τα κίνητρα που γράφω. Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση. Νιώθω σαν το παιδάκι που φτιάχνει την πρώτη του ζωγραφιά, τη δείχνει στη μάνα του καμαρώνοντας και λέει: Δες μαμά τι έφτιαξα. Δεν ξέρει, ούτε θα μάθει ποτέ γιατί έκανε αυτή την πρώτη ζωγραφιά. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Μια ψηφίδα επιβεβαίωσης ύπαρξης είναι η δημοσιοποίηση της δουλειάς μας. 

 

  Στα πρώτα μου βήματα ό,τι έγραφα το άφηνα στην πρωτογενή του μορφή. Επέμενα ότι θα μπορέσω να φτάσω με την πρώτη γραφή να είναι και άρτιο το ποίημα, για να μην χάνει την γενετήσια μυρωδιά του. Όμως η Ποίηση θέλει πάρα πολύ σκληρή δουλειά, πειθαρχία, άσκηση. Δεν ξεχνώ τις επιπλήξεις που δέχτηκα γύρω στα δεκαεπτά μου, αρχικά από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο και λίγο αργότερα από τον Τάσο Λειβαδίτη που δικαίως επέμεναν ότι πρέπει να δουλεύω τον στίχο με πείσμα, υπομονή, επιμονή. Πρώτη δημόσια εμφάνιση δουλειάς μου, το 1971 στην ποιητική ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων Άγκυρα. 

 

  Τη στιγμή της γέννας του ποιήματος θα τολμούσα να πω ότι συμβαίνει μια μεγάλη έκρηξη. Χάσιμο από τόπο και χρόνο. Θα μιλούσα για συμπαντική κατασπορά κυττάρων. Η έλλειψη ακριβούς συνείδησης εκείνης της στιγμής, με κάνει να αναρωτιέμαι συχνά «ποιος να μου κινεί το χέρι». Έχει τύχει αρκετές φορές να διαβάζω κείμενα μου, τα οποία αν δεν ήταν στον υπολογιστή μου ή με το γραφικό μου χαρακτήρα, δεν θα καταλάβαινα ότι τα έγραψα εγώ. 

 

  Εικάζω ότι η Ποίηση θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι. Η Ποίηση είναι η άλλη ανάγνωση της ζωής. Ξεπλένει τις πληγές και με περισσή αγάπη για τον άνθρωπο δίνει κουράγιο ώστε να οδηγηθούμε από το προσωπικό στο συλλογικό μέσα από πανανθρώπινα ιδανικά. Η Ποίηση βρίσκεται εν δυνάμει απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Άλλα, τι σημασία έχουν όλα αυτά; Το ποίημα μετράει. 

 

  Θεωρώ ότι ο ποιητής είναι αυτός που κλήθηκε να υπηρετεί τους συνανθρώπους του, τραγουδώντας τη χαρά, τη λύπη, τις αγωνίες της ύπαρξης. Δεν μπορώ να διανοηθώ έναν ποιητή, χωρίς αφοσίωση σε αξίες ζωής, χωρίς την ανάγκη προσφοράς στους συνανθρώπους του. Άλλωστε, αυτό για μένα συνιστά στρατευμένη Ποίηση και όχι οι στείρες κομματικές προσηλώσεις. Θα έλεγα ότι ο ποιητής έχει χρέος να λειτουργεί ως παλμογράφος της συλλογικής ψυχής, ως ευαίσθητος δέκτης της ανθρώπινης αγωνίας την οποία πασχίζει να μορφοποιήσει σε στίχο, σε τραγούδι. 

 

  Είχα πολλές επιρροές από ανθρώπους που έβαλαν τα σημάδια τους στη μικρή μου πορεία. Λόγω πατέρα, είχα πολύ νωρίς επαφή με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Σημαντικοί ήρωές μου ο Σωκράτης και ο Προμηθέας. Αυτοί οι δυο πήγαιναν πάντα μαζί στο μυαλό μου. Ακολούθησαν στην εφηβεία oι Νίτσε, Καμύ, Άντλερ, Μαρξ, Γιούνγκ, Μαρκούζε, Φρομ και πολλοί άλλοι. Η φιλοσοφία έδινε στην εφηβική ψυχή μου μια δόση αυτοπεποίθησης και μεγαλώνοντας έπαιρνα ουσιώδη γνώση από αυτήν. 

 

 Ο Καβάφης, με ξεσήκωσε για τα καλά. Ακατάπαυστα διάβαζα Ποίηση. Σικελιανό, Παλαμά, τη γενιά του '30 που  με καθόρισε ποιητικά σε σημαντικό βαθμό. Διάβαζα, με πρώτο τον Λειβαδίτη, όπως όλοι της γενιάς μου, Καρυωτάκη, Λαπαθιώτη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Πατρίκιο, Σαχτούρη, Κατσαρό, Αναγνωστάκη, Σινόπουλο, Καρούζο, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Βαρβιτσιώτη, Ελένη Βακαλό, Άρη Δικταίο, Καββαδία και ξένους όπως Μποντλέρ, Ρεμπό, Απολινέρ, Μαγιακόφσκι, Μπλέικ, Ταγκόρ, Ρίλκε, Νερούντα, Χικμέτ, Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ, Πάουντ, Έλιοτ κ.ά. Οι ανθολογίες του Περάνθη αρχικά και του Αποστολίδη αργότερα, παρά τον όγκο τους με έθελγαν ιδιαιτέρως. Είχα τη χαρά και την τύχη, λόγω δημοσιογραφικού επαγγέλματος, να γνωρίσω πολλούς σπουδαίους ποιητές και πνευματικούς ανθρώπους. 

 

  Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι η πιο σημαντική ποιητική μορφή που γνώρισα, γύρω στα δεκαοχτώ-δεκαεννιά χρόνια μου και ήταν για μένα φίλος, αδελφός και ερήμην του μέγας δάσκαλος. Κατέδειξε πως η μεγάλη Ποίηση γράφεται με απλές καθημερινές λέξεις, ότι όσο πιο σημαντικός είναι ένας ποιητής, τόσο πιο ταπεινός είναι. 

 

  Με χαρακτήρισαν ερωτικό και πολιτικό ποιητή. Ίσως, διότι στα ποιήματά μου υπάρχει πάντοτε ο άλλος, ο διπλανός και πάνω από όλα ό,τι συνιστά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την οποία νιώθω πως οφείλω να υπηρετώ. Η άκρατη εσωστρέφεια θεωρώ ότι είναι σύμπτωμα κοινωνικής παθογένειας. Στην "Πατρίδα των καιρών" γράφω ότι η ανοχή είναι η μεγαλύτερη ενοχή και αυτή οδήγησε εδώ που φτάσαμε. Είναι φυσικό λοιπόν, τραγικότητα της ύπαρξης να μην θεωρώ τον θάνατο, αλλά την έλλειψη ποιότητας ζωής, η οποία καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

 

Γιώργος Δουατζής έχει εκδώσει ποίηση, μυθιστόρημα, διηγήματα και μελέτες: Γραφτά (Αθήνα 1976), Τοπική Αυτοδιοίκηση (εκδόσεις Εξάντας 1986), Τα Μικρά (εκδόσεις Κάκτος 1996), Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη (εκδόσεις Κέδρος 1997), Προς Δέκα Επιστολή (εκδόσεις Μίλητος 2001), Προς Δέκα Επιστολή - Τα Ανεπίδοτα (εκδόσεις Κάκτος 2003), Σπονδές (εκδόσεις Εξάντας 2004), Τα Μικρά β’ (εκδόσεις Εξάντας 2004), Τα Κόκκινα Παπούτσια (εκδόσεις Εξάντας 2004, εκδόσεις Vakxikon.gr (e-book) 2012, (δίγλωσσο) εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014), Το Κουμπί (εκδόσεις Εξάντας 2004, Ιωνικό Κέντρο (αναθεωρημένη έκδοση) 2011), Μη Φεύγετε Κύριε Ευχέτη (εκδόσεις Λιβάνης 2008), Περί Δημοσιογραφίας (εκδόσεις Πεδίο 2010), Φωτοποιήματα (εκδόσεις Καπόν 2010), Πατρίδα των Καιρών (εκδόσεις Καπόν 2010), Το Σπασμένο Παιχνίδι, Κώστας Αξελός (εκδόσεις Καπόν 2011), Σχεδίες (εκδόσεις Καπόν 2012), Να Βγω από Μένα, Γιάννης Δάλλας (εκδόσεις Καπόν 2013), Τα 99 Μικρά (εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), Η Άλλη Λέξη (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014), Κράτα την Άνοιξη (δίγλωσσο, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014). 

 

http://www.vakxikon.gr/content/view/2123/11456/

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter