Ανάμεσα στο θαύμα και το τραύμα

της Πέπης Ρηγοπούλου*

 

Ένα παιδί θαύμα. Ή μήπως πρέπει να πούμε απλώς ένα παιδί, το κάθε παιδί; Ένα παιδί που περπατά, που μιλά, μια σειρά από θαύματα! Πολλώ μάλλον αν ένα παιδί αρχίσει να ζωγραφίζει με τους γύρω του να λένε πως έτσι που πάει θα γίνει ο μέλλων Πικάσσο ή Τσαρούχης . Τι θαύμα! Ή άλλα παιδάκια που ακούμε να τιτιβίζουν το πρώτο τους τραγούδι και γύρω τριγύρω τους φίλους και συγγενείς να μιλούν για έναν Μότσαρτ, μία Κάλλας ή έστω για έναν Καζαντζίδη. Όχι άδικα. Κάθε παιδί που γεννιέται συνοψίζει και συχνά πραγματοποιεί την επιθυμία ζώντων και τεθνεώτων για το θαύμα. Το παιδί είναι δυνάμει ένας αυθόρμητος δημιουργός ή για να το πούμε αλλιώς, ο δημιουργός είναι ένα παιδί που διέφυγε την παγίδα της ενηλικίωσης, μιας ενηλικίωσης ή έστω μιας ενήβωσης που , αν και συνώνυμη με το ναρκισσιστικό τραύμα, με την εδραίωση του τραύματος αυτού, μπορεί να σημαίνει και το άδοξο τέλος για το παιδί ως θαύμα.

Το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή Ο Μουσουργός είναι μια μετωνυμία της αέναης πάλης ανάμεσα στο τραύμα και το θαύμα που συνιστά ίσως τον πυρήνα κάθε δημιουργίας, αν όχι και – δυνάμει τουλάχιστον- κάθε ζωής. Ο ήρωάς του ξεκινά σαν ένα πρόωρο μουσικό ταλέντο που όμως έχει γεννηθεί μέσα στην πιο αποφασιστική απόρριψη, απόρροια των πράξεων και των παραλήψεων μιας ταυτόχρονα παγερής και δεσποτικής μάνας. Ενός μητρικού αρχετύπου/ «κακού» για τον ήρωα αντικειμένου, που βρίσκει το «ιδανικό» του συμπλήρωμα σε έναν καλών προθέσεων, πλην όμως υποτονικό, νικημένο πριν να πολεμήσει, πατέρα. Η μάνα αρνείται το άγγιγμα. Ο πατέρας αδυνατεί να είναι παράδειγμα. Και ο γέρος παππούς έχει μια σοφία που στηρίζει τον Αλέξανδρο την εποχή της μετάβασης του, αλλά που ο μετά θάνατον φαντασματικός του λόγος δεν αρκεί να στηρίξει τον ήρωα την ώρα των αποφάσεων, την ώρα αυτήν που τα διλήμματα αν παραμείνουν αμείλικτα μπορεί να στοιχίσουν την ίδια την διχασμένη, την μετέωρη ζωή του.
Η παραίτηση του από την μουσική, κάτι κοινωνικά και βάναυσα επιβεβλημένο από την μάννα του (Αλέξανδρε παίξε μας κάτι την ώρα που ετοιμάζω τον καφέ) για λόγους της δικής της παραιτημένης από τον έπαινο του άλλου ματαιοδοξίας, επέρχεται μοιραία. Ας πω εδώ σε παρένθεση ότι εντελώς πρόσφατα και εντελώς αναπάντεχα στο πλαίσιο μιας συζήτησης για τον Οιδίποδα, άκουσα μια ίδια ιστορία πριν από λίγους μήνες στο Πεκίνο, μόνο που ο νέος που μας την εξομολογήθηκε δημόσια κατάφερε να αλλάξει απλώς τομέα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο ήρωας του Γιώργου Δουατζή, Αλέξανδρος Πετρίδης, αλλάζει ριζικά κατεύθυνση: εκπατρίζεται και στρέφεται στα μαθηματικά και στο κέρδος. Κέρδος από το χρηματιστήριο, όπου ο πόλεμος εκτυλίσσεται, όπως λέει, σε ένα αόρατο και όμως πολύ υπαρκτό πεδίο μάχης, το πεδίο των οικονομικών επιχειρήσεων, γεμάτο παγίδες, ενέδρες, επιθετικές και αμυντικές τακτικές, αντίστοιχες με αυτές, θα προσέθετα, που αναπτύσσουν οι σκακιστές παίζοντας το blind, σε έναν άυλο χώρο που σπάνια μετράει τις υλικές σε ανθρώπους απώλειες του. Πεδίο μάχης όπου σκοτώνεις τον εχθρό χωρίς να τον αγγίζεις. Ο πρώην δημιουργός Αλέξανδρος Πετρίδης, δεν αγγίζει τον εχθρό ούτε και την γυναίκα, που είναι γι αυτόν κίνδυνος, αν εξαιρέσουμε τις λίγες φορές που καταφεύγει στον έρωτα της μιας νύχτας, χωρίς συναισθηματική δέσμευση, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της σάρκας του.
Ακολουθεί η ανατροπή της ανατροπής αυτό που ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του θα ονόμαζε η περιπέτεια μέσα στην περιπέτεια. Το μόνιμα δακρυσμένο Λονδίνο όπου ζει, μοιάζει για την έκρηξη αυτήν ένας ιδανικός τόπος, και από δρόμους που κυριαρχούνται από το τυχαίο, το εξαίφνης, ο ήρωας ξαναγίνεται σε μια στιγμή που έχει στοιχεία συντέλειας, δημιουργικής μανίας που συνοδεύεται επιτέλους και από τα δικά του δάκρυα που δεν έχει χύσει μια ζωή, μουσικός. Δεινός εκτελεστής και στην συνέχεια και συνθέτης. Τις συνθέσεις του δεν θα διεκδικήσει να τις παρουσιάσει και να τις ερμηνεύσει ο ίδιος. Δεν τον ενδιαφέρει όπως λέει η ματαιοδοξία αλλά η υστεροφημία. Με άλλα λόγια άλλη μια φορά αρνείται να «αγγίξει». Αρνείται το πραγματικό. Καταφεύγει σε έναν κόσμο του ανώνυμου καλλιτέχνη που δεν έχει θέση σήμερα όταν μία υπογραφή παίρνει την θέση του έργου. Και όπου οι επώνυμοι παίζουν το παιχνίδι αν και αυτό μπορεί να είναι μια φούσκα, σαν αυτές που κάθε τόσο σκάνε στο χρηματιστήριο των ιδεών. Γιατί το θεωρεί, όπως λέει, εγωιστικό, αλλά σκεφτόμαστε εμείς, διότι δεν μπορεί να ενώσει δημιουργία και ζωή. Ας μην το ξεχνάμε η υστεροφημία ανήκει στο βασίλειο των νεκρών και το πολύ -πολύ των μελλοθανάτων. (Δυο αιώνες χρειάστηκε για να ανακαλυφθεί ο Σαίξπηρ από τους ρομαντικούς.)

Τα έργα του και ενώ η ζωή του βρίσκεται στο σύνορο ζωής και θανάτου, παραδίδονται από τον αδελφό του, για να τα κρίνει, σε ένα διάσημο μαέστρο, τον Μπάους, πλην χολερικό ίσως διότι δεν είναι ο ίδιος παραγωγικός και δημιουργικός συνθέτης. Ο αδελφός του στον οποίο τα έχει εμπιστευθεί βιάζεται να τα παραδώσει την ίδια ώρα που κάνει ότι μπορεί για να τον επαναφέρει από το κώμα, να του σώσει την ζωή. Η πράξη του αυτή αν και τον καταδιώκει μπορούμε να την δούμε σαν μία ένδειξη αμφιθυμίας απέναντι στον πρωτότοκο αδελφό/ίνδαλμα. Έτσι βρίσκει την ευκαιρία ο Μπάους να κλέψει τα έργα του Πετρίδη, να τα παρουσιάσει ως δικά του. Ο Πετρίδης συνέρχεται και ενώ ο αδελφός του δεν του μιλά για την πράξη του εκείνη, αντιλαμβάνεται κάποτε την κλοπή της πνευματικής του περιουσίας. Η τεράστια επιτυχία του έργου του που έχει κλέψει ο Μπάους, επαναφέρει πιο έντονα το δίλημμα του: Να σκοτώσει τον Μπάους ή την δική του ματαιοδοξία; Να διαλέξει την ζωή του έργου του ή την δική του; Να αποκαλύψει τον διάσημο απατεώνα, και μαζί μ’ αυτόν την δική του ματαιοδοξία, δηλαδή την εν ζωή διεκδίκηση της δόξας, ή να προτιμήσει την υστεροφημία που δικαιούνται οι νεκροί, που ισοδυναμεί με το δικαίωμα στον θάνατο; Την τελική απόφαση, μία ακόμα ανατροπή, θα ανακαλύψει ο αναγνώστης του βιβλίου. Οι νεκροί δεν αγγίζουν και δεν χαίρονται. Η υστεροφημία τους είναι μια δόξα που μπορούν να χαρούν μόνον όσοι μένουν πίσω τους, υπό τον όρο φυσικά να έχουν διάθεση να θυμούνται. Η κάθαρση είναι υπόθεση των ζωντανών.
Μένουν λίγες ακόμη σκέψεις γι αυτό που θα έλεγα την μετωνυμία των περιπετειών του ταλέντου: Φυλακισμένο στο πεδίο της μητρικής εντολής, μιας εντολής που στερείται ή μάλλον αρνείται την αγάπη, το ταλέντο παγιδεύεται, αυτοκαταργείται. Απελευθερωμένος από μια τυχαία τραυματική συγκυρία, από το τυχαίο που ενοχλεί όλους τους συστηματικούς σαν αυτόν ανθρώπους, σαν τους σκακιστές που παίζουν τυφλό σκάκι είτε τους οικονομικούς προγραμματιστές, αλλά που γράφει την ιστορία όταν αυτή ξεπερνά το πεδίο της αναγκαιότητας, ο Πετρίδης ξαναγίνεται ο μουσικός. Ένας μουσικός που θα εκφράσει όλα εκείνα που ενέδρευαν, όπως θα έλεγε ο Καβάφης, στοιβαγμένα μέσα του. Ένα ποτάμι δημιουργίας βρίσκει ξανά το δρόμο του και αναδύεται στην επιφάνεια. Δεν θα μπορέσει όμως να κάνει να καρποφορήσει ο κόσμος του δημιουργού. Η αναγκαιότητα, η μητρική εκείνη εντολή που αρνούνταν, απαγόρευε το άγγιγμα του ποθητού αντικειμένου θα κυριαρχήσει μέσα από την μεταμόρφωσή της σε ιδεολόγημα. Η ματαιοδοξία, ελάττωμα της ζωής, απαγορεύεται. Μένει η υστεροφημία, κρύα σαν τους μεταθανάτιους επαίνους που μουχλιάζουν στις επιτύμβιες πλάκες των νεκροταφείων: Sic transit Gloria. Εδώ κείται ένας δημιουργός που δεν χάρηκε την ματαιότητα. Ας μην το ξεχνάμε. Ματαιότητες είχε ονομάσει ο φανατικός καλόγερος Σαβοναρόλα, όλα τα καλλιτεχνήματα και τα στολίδια όλες τις χαρές της ζωής, που επιβάλλονταν στους ενοχοποιημένους Φλωρεντίνους να ρίχνουν σε ειδικές γιορτές στην πυρά.

 

* Η Πέπη Ρηγοπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια ΕΚΠΑ

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter