«Δεν γνωρίζω σκιά που να μη μου έδωσε υπέροχα μαθήματα».

 

Γιώργος Δουατζής, Τα Κάτοπτρα, εκδόσεις στίξις, 2017-11-18

 

γράφει ο Γιώργος Ρούσκας

 

Μετά από μια εξαντλητική ημέρα, αρχίζεις νωρίς το βράδυ να διαβάζεις ένα βιβλίο που σου τράβηξε την προσοχή με το δωρικό του εξώφυλλο (σε εικαστική επιμέλεια του ζωγράφου Μιχάλη Αμάραντου) και το πολύ βολικό του  σχήμα. Σε παίρνει νύχτα βαθιά και δε λες να σταματήσεις. Τα μάτια σου σε προδίδουν. Ξαφνικά, βρίσκεσαι κάπου στην Αμερική, στο τέλος του προπερασμένου αιώνα, χρυσοθήρας, να έχεις πιάσει το δικό σου πόστο σε ένα μεγάλο ποτάμι που αντί για νερό, κατεβάζει τυπογραφικό μελάνι. Οι όχθες του; Βιβλία, γράμματα, λέξεις, κείμενα, ιδέες, νοήματα. Παίρνεις το κόσκινό σου, αδράχνεις με τις χούφτες σου από την όχθη του όσο μπορείς να χωρέσεις και κοσκινίζεις. Πέφτουν μικρά βότσαλα, διαλύεται το χώμα, φεύγει η άμμος και στο τελικό ξέπλυμα, βλέπεις κάποιες κουκκίδες να γυαλίζουν. Κάθεσαι παραπέρα με το κόσκινο αγκαλιά. Αγγίζεις, πιάνεις για να βεβαιωθείς. Ναι, είναι πολύεδρα κομμάτια ατόφιου χρυσού. Μετράς. 24. Εικοσιτέσσερα πολύεδρα χρυσά κάτοπτρα. Εικοσιτεσσάρων καρατίων. Έκανες την τύχη σου. Τα μαλάζεις ένα ένα. Αυτά σου ξετυλίγουν τη σοφία μιας ζωής καλά κρυμμένης μέσα τους. Τους πήρε χρόνια να τη συλλέξουν. Γυαλίζουν τόσο που βλέποντας τον εαυτό σου να αντικατοπτρίζεται επάνω τους, παρατηρείς πως πρόκειται για μια άλλη εκδοχή του εγώ σου. Δυνητική; Υπαρκτή; Φαντασιωθείσα; Αγωνιάς. Ποιος είσαι; Πού τελικά είσαι; Πότε στ’ αλήθεια είσαι; Πόσο τελικά είσαι εσύ; Απροειδοποίητα λυτρώνεσαι. Βρίσκεσαι στην αρχαία Αθήνα να ακούς μαγεμένος τον Σωκράτη να μιλάει. Χαλαρώνεις. Είσαι στο στοιχείο σου. Παραμιλάς ή συνομιλείς με τον Μορφέα;

Το πρώτο πρωινό φως σε βρίσκει στην πολυθρόνα νηστικό με «τα Κάτοπτρα» του Γιώργου Δουατζή επάνω σου. Ναι, τώρα αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι κρατάς στα χέρια σου.

 

24 κείμενα, τόσο ποιητικά που δύσκολα τα λες πεζά. Θα μπορούσαν να σταθούν άνετα ως πεζόμορφα ποιήματα. Σαφώς είναι φιλοσοφικές αναζητήσεις με πλούσια αποστάγματα (αγαπημένη λέξη του ποιητή-συγγραφέα) από το κρασί της ζωής, που αναπόφευκτα εμπεριέχουν και  δοκιμιακά στοιχεία. Πρωτοτυπούν όμως και σε κάτι άλλο. Είναι πασιφανέστατα ταξιδιωτικές μαρτυρίες στις αχανείς χώρες του «εγώ», άρα μαρτυρίες ψυχολογικές. «Ποιητικές φιλοσοφικές μαρτυρίες ψυχολογίας». Με μια λέξη; «Ποιητικά».

 

Διαπραγματεύονται μια σειρά από θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο από την ώρα που ένιωσε τον εαυτό του. Θέτουν ερωτήματα αλλά δεν διστάζουν να δώσουν πεντακάθαρη και τη στάση του συγγραφέα. Όπου έχει απάντηση αποκρυσταλλωμένη, τη μοιράζεται.

Σηκώνεσαι να βάλεις καφέ να γίνεται. Εν τω μεταξύ, αποφασίζεις να σταθείς για λίγο στα Κάτοπτρα, έτσι, όπου πέσει η ματιά σου, έτσι, για να πάει καλά η μέρα.

 

Ξεκινώντας, μετά τη σιωπή της νύχτας, διαβάζεις για την αξία της σιωπής στη ζωή:

Σιωπή προστάζουν οι σοφοί, οι απώλειες, οι απουσίες. Αλαλία, για να μάθεις, να νιώσεις, να αφουγκραστείς… Σιωπή, για να μπει στα κύτταρά σου η σοφία των αιώνων που έρχεται ήρεμα κι απλά

 

αλλά και στον θάνατο, με εκείνη, την άλλη σιωπή:

Για να ’σαι έτοιμος από καιρό να αποδεχθείς γαλήνια την πάγκοινη για όλους αναπόφευκτη αιώνια σιωπή, καθώς και τον αδήριτο κύκλο της μίας και μοναδικής ζωής μας.

 

Η καταλυτική αξία του έρωτα ως συστατικό ζωής, ως κίνητρο δημιουργίας, ως ίδιον ανθρωπιάς αλλά και η ίδια η  αίσθησή του, με επίγνωση του εφήμερου, κατοπτρίζεται έντεχνα ξεσηκώνοντας τις διαθέσεις:

αφήνομαι χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, στον δαφνοσκεπή παραλογισμό του έρωτα, κι όσο κρατήσει, έτοιμος για το τίμημα μιας απώλειας που πάντοτε καραδοκεί.

 

Η ευελιξία ως τρόπος αντίστασης και εν τέλει επιβίωσης, υμνείται μέσω της εναλλαγής:

Μεγάλη διδαχή η αντιστροφή των ρόλων μέσα στο χρόνο.

 

Η ελπίδα και η τεράστια σημασία του ελάχιστου, ως καθοριστικού παράγοντα στη ζωή, το ανοιχτό μυαλό, το βλέμμα δίχως παρωπίδες, η αισιοδοξία, η θέληση, όλα συμπυκνωμένα σε μια πρόταση:

Διότι όλο και μια χαραμάδα θα δείξει την οδό της διαφυγής, όλο και ένα χέρι θα βρεθεί απλωμένο να αναζητά τη μοιρασιά στην καρποφόρα σοφή σιωπή. Τόσα χρόνια μετά, σε βεβαιώ: Αρκεί να θέλεις για να δεις.

 

Η ταπεινότητα, η αυτογνωσία, ο σεβασμός στον εαυτό και στον άλλο, ως υπέρτατη αξία, ως πρόταση τρόπου «πορεύεσθαι», μέσα από ένα μάθημα στάσης ζωής :

μου έμαθε να μη βάζω το πιστεύω μπρος από κάθε πρόταση, αλλά το ίσως, το νομίζω, κι έτσι στερημένος από κάθε βεβαιότητα έμαθα να ζω ήρεμος.

 

Ο ποιητής;

Ο ποιητής δεν θα σε προδώσει. Θα είναι πάντα εδώ, με το τραγούδι του να σου θυμίζει διεκδικήσεις κι ενοχές, αγαπημένες και όνειρα, ταπεινότητα κι ανταμοιβές, αγώνες και απολαβές, στερήσεις και δοσίματα, μεγαθυμίες κι έρωτες, θυσίες και απαντοχές, μοιρασιές και ιδανικά.

Μην ξεχνάς όμως:

Ο ποιητής δεν γνώρισε ήττες ή νίκες. Δεν θέλησε ποτέ να αποδείξει το δίκιο του, πόσο περισσότερο να το επιβάλει, μιας και η κάθε λογής επιβολή φέρει τη βία.

 

Όσο για την ποίηση, μην ανησυχείς, γιατί

τα σκαλοπάτια της Ποίησης δεν χορταριάζουνε ποτέ

 

Ομολογείται ευθαρσώς σε προσωπικό επίπεδο (αφού ο καθρέφτης δεν λέει ψέματα, ούτε στα παραμύθια –βλ. και το γνωστό παραμύθι της Χιονάτης: «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου») ότι

η μελαγχολία είναι το σπίτι, το ψωμί και το νερό μου.

 

Πώς αντιστέκεται ο Γιώργος Δουατζής;

Και βάζω τις ψηφίδες μου στίχο το στίχο, οικοδομώντας την ύψιστη πολιτική μου πράξη, που δεν είναι άλλη από την ευαισθητοποίηση των ψυχών και το κέντρισμα κάθε κριτικής σκέψης. Μήπως και μέσα από όλα αυτά ορθωθεί η δύσμοιρη και ες αεί αιτούμενη αξιοπρέπεια του πολίτη.

Μέγα ζήτημα η αξιοπρέπεια του ανθρώπου και η καταρράκωσή της από το εκάστοτε πολιτικό σύστημα. Γι αυτό και η λέξη «πολίτης». Τον απασχολεί διαρκώς, όπως και ο χρόνος.

 

Ο χρόνος; Προσεγγίζεται μέσα από τρεις υποστάσεις ή μη υποστάσεις ( βλ. το «ον» και το «μη ον» του Παρμενίδη).

Μη βιωμένος, απών:

Όταν δεν τον ζεις, ασυνείδητα γίνεται απών ο χρόνος. Είναι χρόνος αβίωτος, υποτιμημένος, ίσως γιατί σου χαρίστηκε, δεν μόχθησες να τον κερδίσεις

απαιτούμενος

Ποιος θα μου πει αν έχω το χρόνο που χρειάζομαι, όταν συνεχώς απαιτείται κι άλλος, κι άλλος χρόνος;

ακατανόητος:

θέλω να δω τον μη χρόνο στην πλήρη διάσταση της ανυπαρξίας του. Να δω το ακατόρθωτο θέλω.

 

Ο θάνατος οράται μέσα από ένα άλλο προειδοποιητικό πρίσμα:

ο θάνατος ολοκληρώνεται μόνον όταν ξεχνάς ολοκληρωτικά εκείνους που έφυγαν και κυρίως το έργο τους.

 

Η σχέση με το χρήμα;

το μόνο που απόμεινε είναι η μεγάλη τους περιουσία σε χρήμα. Και η ζωή τους κενή από αναμνήσεις, τόσο που ούτε να νοσταλγήσουν δεν μπορούν.

 

Οι άνθρωποι; Η αλήθειά τους; Τα προσωπεία;

πάντοτε θα υπάρχει μία απορημένη μορφή στο υπερώο που δεν ξέρεις αν είναι μάσκα, προσωπείο ή πρόσωπο.

 

Στάση ζωής; Η αγάπη για τον πλησίον:

Βάλε την άκρη της γλώσσας στην αγάπη για τον διπλανό να δεις με πόσο λίγο δόσιμο μπορεί να γλυκαθεί η ψυχή σου

αλλά και το κράτημα του κεφαλιού ψηλά:

στάχυα που αρνήθηκαν τις υποκλίσεις.

 

Ερωτήματα δύσκολα:

 

Γιατί εντείνεται η ύπαρξη του άλλου μέσα από την απουσία;

 

Πώς σημαδεύει η απώλεια το νου και την ψυχή;

 

Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της ζωής; Της γραφής;

 

Φταίει η αυταπάτη της ευτυχίας που με γεμίζει ερωτήματα;

 

Η τραγικότητα της ύπαρξης και η σχέση της με τη ζωή και τον θάνατο:

Τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής είναι αυτό που νιώθεις στη διάρκειά της. Όχι στην ανυπαρξία του θανάτου.

 

Δημοσιότητα, αναγνώριση, κάστες, κυκλώματα; Τα πράγματα με το όνομά τους:

η αναγνώριση δεν έρχεται από φτηνές επιβραβεύσεις αυτοχρισμένων ειδικών που ζουν κρίνοντες, ξεχνώντας ότι υπάρχουν μόνο μέσα από το έργο των κρινομένων.

 

Ποιος φταίει; Αυτόματη απάντηση; Οι άλλοι φυσικά. Μετά από λίγο; Όχι. Όλα ξεκινάνε από εμάς, αν συνειδητοποιήσουμε ή συμφιλιωθούμε με κάτι τόσο απλό:

δεν είχες την πρόνοια να σκεφτείς ότι δεν έφταιξαν αυτοί, αλλά εσύ που τους ζητάς πράγματα που δεν έχουν να σου δώσουν.

 

Η τέχνη; Η ομορφιά; Η αντοχή της στο χρόνο;

Η εικόνα σου, φανταστικό ηχείο. Όμως οι ήχοι σου πραγματικοί.

αλλά και

τι να το κάνεις να είσαι επιζών χωρίς τη ζωογόνο ομορφιά.

 

Υστεροφημία και ματαιοδοξία [θέμα που αναπτύσσεται διεξοδικά στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του ιδίου, στον «Μουσουργό» (Εκδόσεις: Στίξις, 2017)]:

Υστεροφημία. Αδελφή της η ματαιοδοξία και χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε έργο τέχνης στον πλανήτη.

 

Το μαύρο, οι σκιές και πώς μπορεί ο άνθρωπος να βρεθεί πίσω ή έξω από αυτές, προσεγγίζονται με ένα τρόπο αισιόδοξο και ελπιδοφόρο, κόντρα στη μόδα της εποχής μας:

Η ελπίδα μπορεί να μας οδηγήσει πίσω από τις σκιές, όπου βρίσκεται σίγουρα το φως, αλλιώς δεν θα υπήρχαν. Είναι σκιές παρόντος, παρελθόντος, μέλλοντος. Σκιές διαδρομής, αγώνα, ζωής. Δεν γνωρίζω σκιά που να μη μου έδωσε υπέροχα μαθήματα.

 

Η σύγκρουση κατά μέτωπο με τους έξωθεν επιβαλλόμενους κανόνες, τις κάθε είδους χειραγωγήσεις και τα ολέθρια «πρέπει»:

Αναρωτιέμαι, θα είχαν λόγο ύπαρξης οι ατελέσφοροι κανόνες ηθικής, οι θρησκευτικές χειραγωγήσεις, τα καταδυναστευτικά πρέπει –που έχτισαν τις πραγματικές μας φυλακές– αν φέραμε, στα  ανθρώπινα κύτταρά μας, την αγάπη στον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο;

 

Το φως;

Λυτρωτική η πορεία προς το φως. Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς αυτό;

 

Ο σύγχρονος πολιτισμός;

Μπήκαν, βλέπεις, σε καλούπια σύνθλιψης αρχέγονες επιθυμίες, αντικαταστάθηκαν από τεχνητές καινούργιες, πάντοτε για το καλό μας, και κυρίως για να νιώθουμε ευτυχείς.

 

Αντίσταση και πώς;

Επανάσταση είναι να υψώνεις τη σημαία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να προελαύνεις με πίνακες γλυπτά και μουσικές, με λάβαρα ειρήνης, να σπέρνεις τον πολιτισμό κι οι κάτοικοι της χώρας, με συνείδηση πολίτη, να μην ακολουθούν σαν υποτελείς, αλλά να συμπορεύονται ισότιμα προς το μέλλον…

 

Η αλήθεια, μία και μοναδική, ή πολλές;

Συχνά η πραγματικότητα δεν σημαίνει αλήθεια. Πάρε για παράδειγμα το πώς θα περιγράψουν δεκάδες άνθρωποι ένα γεγονός ή έστω μια στατική εικόνα. Ο καθένας θα περιγράψει τη δική του πραγματικότητα, την πρόσληψή της που συνιστά τη δική του αλήθεια.

 

Σταματάς. Βάζεις καφέ και αναρωτιέσαι:

Τι άλλο είναι τα Κάτοπτρα του Γιώργου Δουατζή; Πώς τα βλέπεις; Πώς εκείνα βλέπουν τη ζωή, μιας και το όνομά τους ετυμολογικά προέρχεται από το «ορώ»;

Καταλήγεις στο (βάζοντας και τη λέξη «νομίζω» πλέον στο λεξιλόγιό σου) ότι είναι λεκτικοί ομιλώντες καθρέφτες που έχουν καταγράψει εμπειρίες μιας ζωής –της ζωής του- και έρχονται να μας τις μεταδώσουν, μαζί με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του πρωταγωνιστή τους.

Γιατί 24;

Τόσα είναι και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Επειδή τα γράμματα είναι τα συστατικά των λέξεων και αυτές με τη σειρά τους τα συστατικά των ολοκληρωμένων προτάσεων και νοημάτων, έτσι και εδώ. Είναι τα συστατικά-βασικές αξίες της ζωής του ποιητή, με τα οποία συνθέτει την κοσμοθεωρία του, απαρτίζοντας το νόημα της δικής του ζωής. Αυτό το μοιράζεται δημόσια μέσω του βιβλίου.

Είναι οι συζητήσεις του παππού με τον εγγονό, της γιαγιάς με την εγγόνα. Είναι οι εξομολογήσεις ενός ανθρώπου προς τον άνθρωπο της ζωής του, τον «άνθρωπό» του, τον «ένα», τον κύρη ή την κυρά του. Είναι αγκαλιές ζεστασιάς που ανοίγουν σαν μυγδαλιές στο κρύο του τεχνολογικού μας πολιτισμού. Είναι προκηρύξεις αντίστασης στους κατοχικούς μας καιρούς, τοιχοκολλημένες στους ταλαιπωρημένους τοίχους της ψυχής των αναγνωστών. Είναι το τράβηγμα της κουρτίνας για να εισρεύσει άπλετο φως στο δωμάτιο με τις αναμμένες οθόνες. Είναι σπορές ελπίδας, αισιοδοξίας, ηπιότητας, ανθρωπιάς, ταπεινότητας, ολιγάρκειας. Είναι σταλακτίτες που σχηματίστηκαν με εμπειρίες ετών ζωής.

Νομίζω. Δεν ξέρω.

Ένα ξέρω. Όπως και εσύ. Όπως το λέει ο ίδιος ο Γιώργος Δουατζής:      

 

Ζεις. Και τραγουδάς σιωπηλά τη χαρά. Τη χαρά της ζωής. Την ωδή της τραγουδάς.

 

 

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter