23 Oct 2020

Το κόκκινο κασκόλ – Κώστας Γεωργουσόπουλος (Ομιλία της 20ης.4.2016)

0 Comment

Αγαπητοί φίλοι, αν δεν είχα ένα προνόμιο για το οποίο θα αναφερθώ σε λίγο, θα θεωρούσα τη δική μου παρέμβαση περιττή, μετά από όσα πολύ σημαντικά που είπε η Κατερίνα Δασκαλάκη και τα εξαντλητικά που είπε ο Απόστολος Μπενάτσης, με τον οποίο έχουμε ξανασυναντηθεί παλιότερα σε άλλες εκδηλώσεις για τον Γιώργο Δουατζή και στην Πάτρα και στο Γκάζι. Είναι ένας ειδικευμένος εκτός από προσωπικός, ουσιαστικός ερμηνευτής του έργου του Γ. Δουατζή.

Εγώ όμως έχω ένα προνόμιο. Ο Γ.Δ. υπήρξε μαθητής μου, μαθητής μου σε τρυφερή ηλικία, στην πρώτη εφηβεία του. Οπότε μπορώ να έχω αυτό το προνόμιο να παρακολουθώ ενός εφήβου τις ανησυχίες, τις ευαισθησίες, σε μια δύσκολη εποχή, στην εποχή της Χούντας. Σε μια δύσκολη εποχή που και το έργο του εκπαιδευτικού ήταν δύσκολο. Έπρεπε με ελιγμούς μέσα από αδιέξοδα να βρίσκει διάφορους τρόπους διαφυγής για να καταθέσει την άποψή του και να μυήσει τους νέους ανθρώπους στην ελευθερία της σκέψης.

Ο Γιώργος ήταν από τα πιο ευαίσθητα παιδιά, από τους πιο ευαίσθητους δέκτες αυτών των προσπαθειών του δασκάλου και νομίζω ότι απ’ την αρχή κατάλαβε αυτή τη συνωμοσία ανάμεσά μας. Έτσι είχα τη μεγάλη χαρά, εκτός από το να τον καθοδηγήσω να παίξει Ορέστη στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή ως μαθητής, να ακούσω και τα πρώτα του ποιητικά βήματα, τις πρώτες του αντιδράσεις στο φαινόμενο της υπάρξεως, στο φαινόμενο του έρωτα και φυσικά στην πολιτική συγκυρία. Δεν θα αναφερθώ στους τρόπους με τους οποίους επικοινωνήσαμε τότε και πώς προσπάθησα να καθοδηγήσω τα πρώτα του βήματα με τη μικρή δική μου εμπειρία πάνω στο ποιητικό φαινόμενο.             Παρακολούθησα την πορεία του, και η πορεία του είναι μια συνεχής κλιμάκωση ωριμότητας. Αυτό που θα θεωρούσε  στην περίληψη του βίου του αρνητική πορεία εμπειριών στη ζωή του, που είναι η δημοσιογραφία σε μια δύσκολη εποχή, την εποχή εκείνη, ήταν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που οδήγησαν στην ωριμότητα της ποίησής του. Γιατί ένας δημοσιογράφος, και μάλιστα μέσα στο μάτι του κυκλώνα όπως ήταν ο Γιώργος, σε μια εποχή ψευδαισθήσεων, έπαρσης, πολιτικής έπαρσης και μεγάλων λόγων ψευδών, ωρίμασε για να μπορεί να καταλάβει τα αδιέξοδα της πολιτικής ίντριγκας και να μπορεί να τα μετατρέψει σε ποιητική πίκρα. Ήταν λοιπόν μια θετική στο βάθος για την εμπειρία του την ποιητική πορεία, χρειαζόταν να περάσει κάτω από αυτά τα καυδιανά δίκρανα, για να μπορέσει να βγει ομολογουμένως αλώβητος, για να μετατρέψει αυτή την εμπειρία σε ποίηση. Ένας από τους εξοχότερους στίχους του έργου που απόψε τιμούμε είναι ότι η ποίηση ουσιαστικά χωράει όλες τις πληγές, τις χωράει για να τις μετατρέψει σε αυτό που έλεγε ένας άλλος σημαντικός ποιητής της γενιάς που αυτός εκτιμάει, της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ο Χριστοδούλου, ότι η ποίηση είναι το φίλτρο μετατροπής του τρόμου σε ρυθμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γ. κατόρθωσε να συντονίσει τα νεανικά του ποιητικά βήματα με τον μεγάλο Λειβαδίτη. Αλλά έχω την εντύπωση ότι μαζί με τον Λειβαδίτη μπόρεσε να συμπορευθεί με την πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά, αυτή η οποία δυστυχώς σκιάστηκε από τη γενιά του τριάντα. ‘Η αυτός είναι ο Δάλλας, ή αυτός είναι ο Τίτος Πατρίκιος ή αυτός είναι ο Αναγνωστάκης, ή αυτός είναι ο Μιχάλης Κατσαρός. Έχω την εντύπωση ότι ένα από τα ποιήματα της συλλογής που απόψε τιμάμε ιδιαιτέρως είναι μια απάντηση, μια συνομιλία με τον Κατσαρό. Ο Κατσαρός έχει μείνει στην ποίησή μας ανάμεσα σε άλλα με το ποίημα «Αντισταθείτε». Αντισταθείτε σ’ αυτό, στον μικροαστισμό, σ’ εκείνο, αντισταθείτε σε μένα που σας ιστορώ. Ανάλογο είναι το ποίημα το γεμάτο πίκρα του Γιώργου που αναφέρεται στο Κουράστηκα. Έχει την ίδια δομή, ακριβώς την ίδια δομή. Αναφέρεται στα ίδια φαινόμενα που εκείνος έλεγε Αντισταθείτε, κι έρχεται μια νέα γενιά , κι αυτό είναι το τραγικό αυτής της γενιάς η οποία… ξαναντιστέκεται. Δεν προσέχει κανείς την αντίστασή μου, για να μην πούμε ότι συκοφαντήθηκε αυτή η αντίσταση, απαξιώθηκε αυτή η αντίσταση. Ειδικά αυτές τις μέρες που περνάμε σχεδόν προσεβλήθη αυτή η αντίσταση.

Είναι λοιπόν μια ποίηση διαλόγου με τους μεγάλους προπάτορες η ποίηση αυτή. Και δεν είναι μόνο ο Λειβαδίτης. Ο Λειβαδίτης ήταν μια σημαδιακή στιγμή για την πορεία του Γιώργου που τον γνώρισε, αλλά δεν ήταν τυχαίο που άφησε μελετήματα για Κ. Αξελό, τον μεγάλο φιλόσοφο του πλανητικού βίου, της πλανητικής αντίληψης για τον κόσμο, ένας άνθρωπος που ήταν αυτό που λέμε μεταμαρξιστική αντίληψη για τον κόσμο μετά την μεγάλη καθίζηση της εμπειρίας με τον μαρξισμό. Με τον Δάλλα, ο οποίος πέρασε κι αυτός απ’ τα καυδιανά δίκρανα για να μπορέσει να υμνήσει απ’ τη μια μεριά τον Λόρκα και να φτάσει κάποια στιγμή ουσιαστικά να καταφάσκει στη δεύτερη σοφιστική του Καβάφη.

Και βέβαια τον Λειβαδίτη. Είναι τρεις δοκιμιακές προσεγγίσεις του Γ. που δείχνουν και το φάσμα των ενδιαφερόντων του: φιλοσοφία, δοκιμιακός λόγος πάνω στην ποίηση και η μεγάλη ποίηση του μεταπολέμου, αυτό που ονομάστηκε νομίζω πρόχειρα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχει ουσία: ποίηση της ήττας. Δεν είναι η ήττα ενός κινήματος, είναι η ήττα του ανθρωπισμού σ’ αυτόν τον τόπο. Όλες οι αξίες πλέον έχουν ηττηθεί και πάνω σ’ αυτό το ποτάμι θρηνεί ο Γιώργος , γιατί η ποίησή του είναι μια ελεγεία, μια συνεχής ελεγεία πάνω στις εκπτώσεις του βίου, πάνω στις εκπτώσεις της πολιτικής, κυρίως όμως στις εκπτώσεις ενός ήθους του παρελθόντος που πλέον έχει τελείως καταρρακωθεί.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον ποταμό δίπλα έχει να θρηνήσει και θρηνεί ειλικρινώς γιατί ξεκίνησε με οράματα βίου, όπως όλη αυτή η γενιά, η οποία νιώθει απόλυτα προδομένη. Είναι καταπληκτικό και μόνο το ποίημά του που φέρει τον τίτλο η γενική συλλογή ότι μην κοιτάτε ακριβώς αυτό που νομίζετε ότι είναι κασκόλ, είναι η τομή στο λαιμό μας, είναι η αιματηρή τομή που απλώς και μόνο δεν έχουμε αποκεφαλιστεί, αλλά έχουμε ήδη τη ρωγμή αυτής της τομής, είμαστε έτοιμοι προς αποκεφαλισμό. Αυτό είναι το αιματηρό μας στίγμα.

Είναι λοιπόν μια ποίηση βαθιά πολιτική κι όχι πολιτικάντικη, μια ποίηση η οποία στην εποχή μας σήμερα έρχεται να αντισταθεί σε μια ενδιαφέρουσα ιδιωτική ποίηση στις μέρες μας. Το είπε πολύ καλά ο Μπενάτσης πριν, υπάρχει μια ιδιωτεία στην ποίησή μας η οποία όμως έχει φτάσει από αντίδραση το ότι πια η ποίηση δεν έχει ουσιαστικά σήμερα αναγνώστες, όπου η ποίηση σήμερα μοιράζεται σαν να είναι μυστικά σήματα κατακομβών, σαν οι άνθρωποι των κατακομβών μοιράζουν μυστικά μηνύματα μεταξύ τους. Και έχει φτάσει να γίνει και κρυπτική ποίηση, να μην μπορούμε να περάσουμε μέσα παρά μονάχα κάποιοι ενημερωμένοι. Ο Δουατζής έρχεται να πει «όχι, η ποίηση είναι δημόσιο άθλημα, είναι δημόσιο κατόρθωμα» αν μπορούμε να το πούμε. Είναι δημόσιος διάλογος, είναι έκθεση στον δημόσιο διάλογο, αυτό που μέχρι τώρα μας είχε συνηθίσει η μεγάλη ποίηση, ή λεγόταν Παλαμάς αυτός, ή λεγόταν Σικελιανός αυτός, ή λεγόταν Καρυωτάκης, ή λεγόταν Καβάφης ως δημόσιος ουσιαστικά, εκτιθέμενος ποιητής, όχι μονάχα για την ιδιωτική του ζωή ,που ήταν κι αυτό ένα μεγάλο κατόρθωμα, να εκθέσεις ουσιαστικά τα πάθη σου.

Ουσιαστικά και η πρώτη γενιά του τριάντα και ο Σεφέρης και ο Ελύτης κι όλοι οι μεγάλοι ποιητές αυτοί με τις καταθέσεις τους αναφέρονται στο κοινό, στην ομάδα, στον Ελληνισμό, αυτό που κατηγορήθηκε εξάλλου, ότι ήταν άνθρωποι που μιλήσανε για την ελληνικότητα λες κι ήταν μεγάλη αμαρτία το να μιλήσουν για την ελληνικότητα, το να καταβυθιστούν στην ιδιοτυπία, στην ιδιοπροσωπεία του λαού. Να μιλήσουμε για τα λάθη μας γιατί για τα λάθη μιλάμε, κι ο Σεφέρης κι ο Ελύτης για τα λάθη μιλάνε, για τα αδιέξοδα μιλάνε αυτού του τόπου, για τις πληγές μιλάνε αυτού του τόπου, δεν υμνούν ουσιαστικά τις αρετές. Σ’ ένα συμπόσιο παγκόσμιο σηκώθηκε ένας ηλίθιος Γερμανός επιστήμονας για να μου πει ότι “μας έχετε τρελάνει εσείς με τα αρχαιοελληνικά σας”, παρότι είναι κοινή η αντίληψή μας, οι αρχαίοι Έλληνες είναι κοινή για την ανθρωπότητα κληρονομιά. Αλλά εμείς έχουμε ένα προνόμιο, κάνουμε τα ίδια λάθη με τους αρχαίους, ακριβώς τα ίδια λάθη, άρα είμαστε αυθεντικοί απόγονοι;

Αυτή είναι η δική μου προσέγγιση στον Γιώργο. Κι είμαι πάρα πολύ χαρούμενος σ’ αυτή την ηλικία να μπορώ να υποδέχομαι έναν άνθρωπο που ωρίμασε πια μαζί μου, να είναι ακόμα πιστός στις ιδέες εκείνες της εποχής που νομίζαμε ότι μπορεί να δημιουργεί τις ρίζες για μια καινούργια αντίληψη για τη ζωή και κατέρρευσαν αυτές οι ελπίδες. Κι ειδικά στις μέρες μας κατέρρευσαν πλήρως τόσο που αυτή η ποίηση μπορεί να είναι ένα τεκμήριο κάποιας εποχής ώστε να ισχύει η ποιητική κατάθεση του Γ. ότι οι ενοχές μας είναι οι ανοχές μας. 

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis