Τα Μικρά β’, 2004, Ποίηση, Εξάντας

Δυο λόγια για το βιβλίοΕίπαν- έγραψανΔείγμα γραφής

Ο σχεδιασμός, με υπέροχα σκίτσα, ήταν προσφορά της εικαστικού Μαρίας Γενιτσαρίου, η οποία προσέφερε αφιλοκερδώς τη δουλειά της και με συγκίνησε με την αγάπη της στη γραφή μου. Τα σκίτσα της (αχιβάδες, πεταλούδες κ. ά.) ήταν και τα διαχωριστικά των τεσσάρων ενοτήτων, όπως ερωτικά, ποιητικά, πολιτικά, δοκιμιακά.

Α

– Μπήκα στη σιωπή για να μάθω

– Χειροκρότησα μόνο δημιουργούς

– Όταν ζέστανα με αγάπη την ψυχή μου απέκτησαν οι εικόνες προορισμό

– Πόση δύναμη χρειάζεται το γκρέμισμα της αυταπάτης…

– Πώς να βγεις με τόσα σκουπίδια στην εξώπορτα…

– Το πολυτιμότερο στη διαθήκη μου, οι αναμνήσεις

Β

– Η Ποίηση χωράει σε ένα κορμί απόψε

– Δεν είναι ποταπό το αίσθημα ιδιοκτησίας στους ανθρώπους αγαπημένη ΜΟΥ;

– Πάσχιζες να αρέσεις κι έχασες την ψυχή σου

– Γίνε λευκό τελάρο με πινελιές και χρώματα δικά σου

– Φούσκωσε το στήθος κι έκανε θρύψαλα τα κελύφη τους

– Τόσο φως σε τόσο σκούρα μάτια…

Γ

– Τα ιδεολογικά κατασκευάσματα φυλακίζουν τη σκέψη

– Τότε είχαμε συλλογικές αυταπάτες κι οράματα. Τώρα οχυρώνουμε τις φωλιές μας

– Νέοι, υψώσαμε τόσο τις σημαίες μας, που χάθηκαν στο άπειρο

– Φορές, ούτε η οργή δε μπορεί να δώσει κίνηση

– Τα όνειρα ξεχασμένα σε προγονικές αποθήκες

– Μια αφανής βία με μπόλι παγκοσμιότητας

– Νέοι κώδικες ηθικής στα ρολόγια τους κι ο ρολογάς νεκρός από καιρό

Δ

– Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη. Πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου;

– Ποίηση. Σκυτάλη που δεν φθάρηκε ποτέ νοτισμένη από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές

– Κι η Ποίηση, το μεγαλύτερο το πιο βαθύ το μέγα έως θανάτου
πάθος

– Κι έπειτα, δεν κρύψαμε το έργο μας σεμνά ολόκληρες δεκαετίες;

– Ευλογία να μπορείς να πετάξεις με ένα μολύβι κι ένα χαρτί

– Εύθραυστα μολύβια μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά