Το σπασμένο παιχνίδι, Κώστας Αξελός, 2011, Καπόν

Δυο λόγια για το βιβλίοΕίπαν- έγραψανΔείγμα γραφής

Ένα από τα πολύ αγαπημένα μου βιβλία, το δέκατο έκτο στη σειρά. Αγαπημένο, ίσως γιατί αγάπησα πολύ τον Κώστα Αξελό την προσωπικότητα και το έργο του. Παραθέτω στοιχεία από τον πρόλογο του βιβλίου.

“Είναι σαν ένα σπασμένο παιχνίδι ο άνθρωπος». Στέκομαι στην ποιητικότατη φράση του Κώστα Αξελού και έρχεται στο νου μου η έκφραση του προσώπου του, η πλημμυρισμένη τρυφερή συμπόνοια. Έκφραση συμπόνοιας, λες ακόμα και για τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά, κυρίως, συμπόνοιας για τον άνθρωπο, αυτό το σπασμένο παιχνίδι…

Βλέπω τον Κώστα Αξελό με ορθωμένο το κορμί και το χέρι υψωμένο εμφαντικά να απαγγέλλει τον αφορισμό του ως ποίημα εξαίσιο «Να ζεις με ορμή τη ζωή σου και να ετοιμάζεσαι ήρεμα για τον θάνατο. Να είσαι έτοιμος να πεθάνεις κάθε στιγμή. Με επιθυμίες ανεκπλήρωτες». Ορθωμένο, να λέει: “Αν ήταν κανείς εντελώς έτοιμος να πεθάνει, θα ήταν επίσης έτοιμος να ζήσει”. Ο Αξελός με την πορεία του απέδειξε ότι ήταν έτοιμος και για τα δύο.

Τον βλέπω να στέκεται στο άνοιγμα του Κόσμου, να διακτινίζεται στο σύμπαν, να κατασπείρεται στο άπειρο και συνεχώς να επανέρχεται με το αινιγματικό χαμόγελο του πλάνητα και με τρυφερή χειρονομία πρόσκλησης στην μεγάλη περιπλάνηση. Στην περιπλάνηση, η οποία δεν μπορεί παρά να συνεχίζεται όσο υπάρχει ανθρώπινη σκέψη.

Τον βλέπω σε συνεχή επικοινωνία με το αίνιγμα της τέχνης, το οποίο ξετυλίγεται σε μια κοινωνία «ανυπόφορα μέτρια και απατηλή», να μας προσκαλεί στο δρόμο προς τον κόσμο “που μας ανοίγεται και δεν μας ανοίγεται παρά μόνον αν του ανοιγόμαστε”. Να μας προσκαλεί να εισέλθουμε στο είναι “εν τω γίγνεσθαι της ολότητας, που ξετυλίγεται σαν το παιχνίδι του χρόνου”.

Τον βλέπω σε κίνηση αποχαιρετισμού, να συνεχίζει την πορεία στα δύσβατα του νου. Είναι ο στοχαστής, που ξέρει ότι για να υπάρχει το έργο του πρέπει να το μοιράζεται και αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως “μεγάλο συμπαίκτη του παιχνιδιού του κόσμου, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνον ο παίκτης, είναι επίσης ο “εμπαιζόμενος’, το άθυρμα”.

Τον βλέπω, να λέει ποιητικότατα: “Ομολογώ ότι έχω μια θεμελιακή νοσταλγία, εκείνη του μέλλοντος”, σαν Ιανό με τα πρόσωπα του στοχαστή και του ποιητή αδιάσπαστα, ισοβίως ταυτισμένα, ως σκεπτόμενο, εσαεί υπάρχοντα, γεννήτορα νέων και πάντα ανανεούμενων ιδεών. Το έργο του Κώστα Αξελού δεν έχει ηλικία. Όποτε κι αν το ανακαλύψεις, πάντα θα νιώθεις ότι άργησες να το γνωρίσεις. Το έργο είναι ο καλύτερος ερμηνευτής του εαυτού του, και πολύ καλύτερος ερμηνευτής ακόμα και από τον ίδιο το δημιουργό του. Γι αυτό, δεν θα τολμούσα ποτέ να ερμηνεύσω τα λόγια του Κ. Αξελού. Επιχειρώ, όμως, να καλύψω την ανάγκη μου να μοιραστώ κάποιες σκέψεις, που γεννήθηκαν από την επαφή μου με το έργο και τον άνθρωπο. Αυτό που αγάπησα στον Αξελό, ήταν η ταχύτητα της σκέψης του. Και αυτό που αγάπησα στην σκέψη του ήταν η ενυπάρχουσα σε αυτήν ουσιώδης πρόκληση για να προχωρήσει η σκέψη, να περιπλανηθεί στο αινιγματικό άνοιγμα, στο “παιχνίδι του κόσμου” του οποίου είμαστε «τα περιπλανώμενα ομιλούντα αποσπάσματα».

Από το 1974, με το βιβλίο “Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία” και τα μελετήματα που ακολούθησαν, το έργο του Αξελού εισχώρησε στις αναζητήσεις μου. Υπήρξε το κέντρισμα, η πρόκληση, για μια όλο και βαθύτερη περιπλάνηση. Πολύ πριν τον γνωρίσω, είχα συναντηθεί με το έργο του και είχα πει: Γενναίος. Όταν τον γνώρισα είπα: Πραγματικά γενναίος. Σε ένα σημείο του βιβλίου μου “Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη”, ο κεντρικός ήρωας ποιητής Ευχέτης λέει: «Με τη δική μου ματιά, γενναίος είναι ο δημιουργός που τολμά, που ανοίγει δρόμους, και παλεύει με τις νέες αλήθειες. Που έχει το κουράγιο να δέχεται ότι κάθε αλήθεια είναι από τη φύση της αυτοαναιρούμενη, και δεν μπορείς να στηρίζεσαι ανέμελος πάνω της. Γενναίος, είναι αυτός που γεύεται τη ζωή άφοβα, σε όλες της τις εκφάνσεις”. Πιστεύω ότι ο Αξελός εξεχόντως έφερε αυτά τα χαρακτηριστικά.

Όλοι οι στοχαστές μπαίνουν στην περιπέτεια της αναζήτησης της αλήθειας. Αρκετοί από αυτούς είχαν τη δύναμη να αποδεχθούν την μη μοναδικότητα και το αενάως αυτοαναιρούμενο της αλήθειας. Ο Αξελός προχωρεί πέρα από την παραδοχή αυτή. Μας λέει ότι “το παιχνίδι της περιπλάνησης κάνει να εμφανίζονται, να εξαφανίζονται και να ξαναγεννιούνται όλες οι αλήθειες”. Θεωρεί την αλήθεια “πάντα προβληματική… σαν κυρίαρχη μορφή μιας περιπλάνησης”. Επισημαίνει παραλλήλως “τη συνάντηση της σκέψης και του κόσμου και την παραδοχή του φευγαλέου” μέσα από μια δραματική αντίστιξη. Μιλάει για περηφάνια και ταυτόχρονη συντριβή. Για συνάντηση και μη συνάντηση. Για παραδοχή της φανέρωσης και της ταυτόχρονης απόσυρσης. Για εμψύχωση μαζί και σύνθλιψη. Όλα, πάντοτε σε αντίστιξη, διότι “το γίγνεσθαι που περιέχει τα αντίθετα είναι, και δεν θα μπορούσε να μην είναι”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προφορικός του λόγος διανθίζεται με λέξεις που θέτουν εν αμφιβόλω το μόλις ειπωμένο, όπως: νομίζω, υποθέτω, ίσως. Η επαναποκάλυψη την οποία εισπράττει ο αναγνώστης κάθε φορά που προσεγγίζει το έργο του Αξελού, είναι πανέμορφη στο διεξοδικό… αδιέξοδο το οποίο οδηγεί σε… ανοίγματα – αινίγματα. Κι η εγρήγορση του αναγνώστη μέγιστη, όταν μοιράζεται τους στοχασμούς που καταφάσκουν και συγχρόνως αναιρούν. Στοχασμοί δαιδαλώδεις, που προσφέρουν καθαρό και ζωογόνο νερό, αναγκαίο ιδιαίτερα στην εποχή μας, εποχή πνευματικής ξηρασίας.

Συνεπαρμένος από τα κείμενα του Αξελού, καταχάρηκα την συχνή αναφορά στην Ποίηση, την Υψίστη μου. Την Ποίηση που μας οδηγεί στο μοναδικό άνοιγμα εκπνοής μιας θηριώδους εισπνοής, η οποία μας κρατάει ζωντανούς τις νύχτες. Τότε, που συνηθέστατα αρχίζει το προσωπικό, ίσως και συμπαντικό μας, κλείσιμο. Τις νύχτες, όταν η εμβρυακή απομόνωση του καθενός γίνεται μεγαλύτερη. Ένιωσα μέσα από την τρυφεράδα που έβγαζε απλόχερα ο Αξελός, να αναδύεται μια δύναμη, η οποία προσλαμβάνεται με την διττή έννοια που πρόσδιδε ο ίδιος στην ποιητικότητα. Ποίηση για τον Κώστα Αξελό δεν ήταν απλώς ένα λογοτεχνικό είδος, αλλά πρωτίστως η δημιουργία, η διαδικασία της δημιουργικής σκέψης που συντελεί στο άνοιγμα του κόσμου και στην προσέγγιση του αινίγματός του. Και παράλληλα – να πάλι η αναίρεση – γι αυτόν η ποίηση “είναι είδος νεκρό”. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Αξελός, “αυτό που χαρακτηρίζει αποφασιστικώς τα ποιητικά έργα και τα  έργα τέχνης, οποιαδήποτε κι αν είναι η φύση τους, είναι ότι ο κόσμος τους είναι στοχευτικώς – αυτό που δεν πάει να πει θεληματικώς – ανοιχτός στον Κόσμο. Εξ ου
και η παλλόμενη δύναμή τους”. Η Ποίηση λοιπόν, διατρέχει την πορεία της ανθρώπινης σκέψης και μαζί με την τέχνη “θέτουν σε κίνηση τη σκέψη και τον κόσμο, το θείον (ζωντανό ή νεκρό), την φύση, τον άνθρωπο και την ιστορία στην οποία δεν παύουν να ανήκουν”.
Πιστεύει ο Αξελός στη Ποίηση και προτρέπει τον νέο φιλόσοφο “να ανοιχτεί στην ποίηση που διατρέχει κάθε τέχνη“. Θεωρεί ότι “οι μεγάλοι φιλόσοφοι, οι μεγάλοι στοχαστές όπως ο Ηράκλειτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, ο Χάιντεγκερ είχαν συγχρόνως και μεγάλο ποιητικό άνοιγμα. Στην κορυφή της δοκιμής ενός έργου, η ποιητικότητα συναντάει τη στοχαστικότητα”. Μάλιστα, αντιμετωπίζει την Ποίηση ως “ρίζα όλων των επιστημών” και μιλά για «ποιητικό δαίμονα της σκέψης». Τέλος, αποδίδει την υπέρτατη διάσταση στην ποιητικότητα, λέγοντας,
“Μετά τις ιδεολογίες και τη φιλοσοφία, υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη”. Και για τον Αξελό “η ποιητική και μέλλουσα σκέψη, που έχει ήδη αναγγελθεί,περνάει απαρατήρητη και παραμένει α-διανόητη”

Το πόνημα που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει ολόκληρη την τελευταία συνέντευξη που μου παραχώρησε ο μεγάλος στοχαστής – με την συγκινητική φροντίδα της συντρόφου του Κατερίνας Δασκαλάκη – στις 5 Μαρτίου 2009, πριν φύγει οριστικά, (4 Φεβρουαρίου 2010), σε ηλικία ογδόντα έξι ετών. Θεώρησα χρέος μου την δημοσιοποίηση της πλήρους απομαγνητοφώνησης της τελευταίας συνέντευξης του Κώστα Αξελού, ως παρακαταθήκη για τους επερχόμενους, ιδιαίτερα αυτήν την στείρα εποχή στην οποία ζει η πατρίδα μας, την γεμάτη με δυσκολίες στα όρια του τραγικού. Είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής στα δύο χρόνια από τον θάνατό του.

Ομολογώ πως, καθ’ οδόν για τη συνέντευξη αυτή, περίμενα ότι θα προέκυπτε ένας αρκετά τεχνοκρατικός διάλογος, λόγω της ιδιότητας του συνομιλητή μου. Διαψεύσθηκα όμως, από τις πρώτες κιόλας λέξεις του Κώστα Αξελού. Τα συναισθήματα που ένιωσα πολλαπλά. Εντυπωσιάστηκα για μια φορά ακόμη από την ποιητικότητα της σκέψης του, αλλά και από την ετοιμότητα και ταχύτητα με την οποία απαντούσε στις ερωτήσεις μου, με αψεγάδιαστα ελληνικά. Ξαφνιάστηκα από τη διαύγεια, την ευκρίνεια του λόγου του. Συγκινήθηκα από το σπινθηροβόλο μυαλό
του. Αγάπησα την ιδιότυπη φωνή, την εκφορά του λόγου του. Γοητεύτηκα από το όλον που εξέπεμπε αυτή η συναρπαστική μορφή. Νιώθω τυχερός που μίλησα μαζί του και μάλιστα στην ωριμότερη φάση της ζωής του.

Όποιος είχε την τύχη να κουβεντιάσει με τον Κώστα Αξελό διαπίστωνε αμέσως την διάχυση της ανθρώπινης ζεστασιάς. Ήταν ολόκληρος μια ανοιχτή αγκαλιά. Ευπροσήγορος, με το γέλιο αβίαστο. Συνδύαζε μοναδική οξύνοια, δεμένη με παιδική τρυφερότητα. Η συνέντευξη μαζί του ήταν μια εκ βαθέων συζήτηση, άκρως ενδιαφέρουσα και παραγωγική. Λυπάμαι, και του το είχα πει, διότι οι χρονικοί περιορισμοί μιας συζήτησης – συνέντευξης δεν επέτρεπαν να επεκταθεί η κουβέντα μας σε επεξηγήσεις, αλλά και σε άνοιγμα προς άλλα πεδία που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο, την καθημερινότητα και τις αγωνίες του. Και λυπάμαι που δεν έγινε από τα πράγματα δυνατό να συνεχιστεί η συζήτηση μαζί του, ακριβώς διότι θα είχαν καταγραφεί ακόμη περισσότερες εκφάνσεις της σκέψης του, οι οποίες θα λειτουργούσαν ως βάλσαμο στην ψυχή κάθε αναγνώστη.

Από τη στιγμή που σκέφτηκα αυτήν την έκδοση, δεν ταλαντεύτηκα καθόλου. Ήθελα να δημοσιοποιήσω ολόκληρη την τελευταία συνέντευξη με τον μεγάλο στοχαστή και ενημερωτικό υλικό για το έργο και τη ζωή του. Τα λόγια του ενδιαφέρουν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, ο Κώστας Αξελός παραθέτει την οπτική του σε διάφορα θέματα καίριας σημασίας και καταθέτει ψήγματα της προσωπικότητάς του. Την προσπάθεια αυτή συμπληρώνει το πολύτιμο επίμετρο του καθηγητή Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μάριου Μπέγζου, μελετητή του έργου του Κώστα Αξελού. Τέλος, παρατίθενται εκτεταμένο βιογραφικό, εργογραφία στα ελληνικά, φωτογραφίες και χειρόγραφο του μεγάλου
στοχαστή.

 

 

Η συνέντευξη

– Τι μπορεί να υπηρετήσει σήμερα η φιλοσοφία; Έχετε γράψει ότι «ο φιλόσοφος δεν κατέχει τη σοφία, αλλά προχωρεί με αγάπη να τη συναντήσει». Mε ποιο κίνητρο;

– Δεν μπορεί να υπηρετήσει τίποτα και κανέναν η φιλοσοφία. Σήμερα, ως πλανητική σκέψη μπορεί να τα θέσει όλα υπό ερώτηση και να δώσει αινιγματικές απαντήσεις. Η φιλία για τη σοφία έχει αντικατασταθεί από τη φιλία για τη σκέψη. Το άσκεφτο το συναντάει κανείς κατά στιγμές, ενώ η αναζήτηση και η διερεύνηση αποτελούν το συνεχές κίνητρο του στοχαστή.

– Ζούμε το τέλος της φιλοσοφίας, λέτε. Ποιά στοιχεία έχει η “μέση απατηλή νοοτροπία” για την οποία κάνετε λόγο στο έργο σας;

– Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Οι ιδεολογίες πεθαίνουν γενικευόμενες. Μετά από αυτές, μια μέση απατηλή νοοτροπία θα κυριαρχήσει για πολύ. Αυτή η νοοτροπία έχει στοιχεία από όλα. Στοιχεία λίγο φιλελεύθερα, λίγο σοσιαλιστικά, λίγο χριστιανικά, λίγο εβραϊκά, λίγο προλεταριακά, λίγο αστικά, λίγο από τις φιλοσοφίες, αλλά θα καταστεί ένα μπέρδεμα, μία ομελέτα δηλαδή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι σκέψη. Κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν ότι σκέπτονται. Μετά τις ιδεολογίες και τη φιλοσοφία υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη.

– «Το ψάξιμο του εαυτού γίνεται με την ελπίδα της ανακάλυψης», λέτε. Τι μπορεί να ανακαλύπτει ένας Αξελός, «ξεπερνώντας τα όρια του ιδιωτικού του κόσμου;»

– Το παιχνίδι που, πέρα από τις ιδιωτικές ζωές, μας κρατάει δεμένους.

– Έχετε καταστήσει φιλοσοφικό όρο τη λέξη παιχνίδι. Τι είναι το παιχνίδι;

– Μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει μέσα από αυτό το θολό τοπίο;

– Δεν νομίζω ότι είναι το καθήκον του ανθρώπου να προχωρήσει. Η τεχνική προχώρησε αναμφισβήτητα, με ταχύτητα και με γιγαντιαία βήματα. Ο άνθρωπος όμως, αμφιβάλλω πολύ.

“Το σπασμένο παιχνίδι”
Γ. Δουατζής

“Είναι σαν ένα σπασμένο παιχνίδι ο άνθρωπος». Στέκομαι στην ποιητικότατη φράση του Κώστα Αξελού και έρχεται στο νου μου η έκφραση του προσώπου του, η πλημμυρισμένη τρυφερή συμπόνοια. Έκφραση συμπόνοιας, λες ακόμα και για τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά, κυρίως, συμπόνοιας για τον άνθρωπο, αυτό το σπασμένο παιχνίδι…

Βλέπω τον Κώστα Αξελό με ορθωμένο το κορμί και το χέρι υψωμένο εμφαντικά να απαγγέλλει τον αφορισμό του ως ποίημα εξαίσιο «Να ζεις με ορμή τη ζωή σου και να ετοιμάζεσαι ήρεμα για τον θάνατο. Να είσαι έτοιμος να πεθάνεις κάθε στιγμή. Με επιθυμίες ανεκπλήρωτες». Ορθωμένο, να λέει: “ Αν ήταν κανείς εντελώς έτοιμος να πεθάνει, θα ήταν επίσης έτοιμος να ζήσει”. Ο Αξελός με την πορεία του απέδειξε ότι ήταν έτοιμος και για τα δύο.

Τον βλέπω να στέκεται στο άνοιγμα του Κόσμου, να διακτινίζεται στο σύμπαν, να κατασπείρεται στο άπειρο και συνεχώς να επανέρχεται με το αινιγματικό χαμόγελο του πλάνητα και με τρυφερή χειρονομία πρόσκλησης στην μεγάλη περιπλάνηση. Στην περιπλάνηση, η οποία δεν μπορεί παρά να συνεχίζεται όσο υπάρχει ανθρώπινη σκέψη.

Τον βλέπω σε συνεχή επικοινωνία με το αίνιγμα της τέχνης, το οποίο ξετυλίγεται σε μια κοινωνία «ανυπόφορα μέτρια και απατηλή», να μας προσκαλεί στο δρόμο προς τον κόσμο “που μας ανοίγεται και δεν μας ανοίγεται παρά μόνον αν του ανοιγόμαστε”. Να μας προσκαλεί να εισέλθουμε στο είναι “εν τω γίγνεσθαι της ολότητας, που ξετυλίγεται σαν το παιχνίδι του χρόνου”.

Τον βλέπω σε κίνηση αποχαιρετισμού, να συνεχίζει την πορεία στα δύσβατα του νου. Είναι ο στοχαστής, που ξέρει ότι για να υπάρχει το έργο του πρέπει να το μοιράζεται και αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως “μεγάλο συμπαίκτη του παιχνιδιού του κόσμου, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνον ο παίκτης, είναι επίσης ο “εμπαιζόμενος’, το άθυρμα”.

Τον βλέπω, να λέει ποιητικότατα: “Ομολογώ ότι έχω μια θεμελιακή νοσταλγία, εκείνη του μέλλοντος”, σαν Ιανό με τα πρόσωπα του στοχαστή και του ποιητή αδιάσπαστα, ισοβίως ταυτισμένα, ως σκεπτόμενο, εσαεί υπάρχοντα, γεννήτορα νέων και πάντα ανανεούμενων ιδεών.

Επίμετρο
Μαριος Μπέγζος

 

Κεντρική ιδέα του έργου του Κώστα Αξελού και θεμελιώδες βίωμα της ζωής του ήταν το άνοιγμα, δηλαδή η μετάβαση από το κλειστό σύμπαν στον ανοικτό κόσμο. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η εκδήλωση τιμής και μνήμης στην γενέτειρά του Αθήνα, την 16η Μαρτίου 2010, περίπου σαράντα ημέρες μετά την απώλειά του, έχει ως εύστοχο τίτλο: «Μια σκέψη ανοιχτή και ερωτηματική». Είχα το συγκινητικό «προνόμιο» να πρωτοστατήσω την προετοιμασία και διενέργειά της εκδήλωσης, στην «Στοά του Βιβλίου» των Αρσακείων Εκπαιδευτηρίων. Γι’ αυτό και το βιβλίο μου για τον Κώστα Αξελό που πρωτοκυκλοφορήθηκε το 2002 από τις Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» φέρει τον χαρακτηριστικό υπότιτλο: «Το Άνοιγμα της Σκέψης».

΄Αλλωστε και όχι τυχαία ούτε συμπτωματικά το τελευταίο κείμενο του Κώστα Αξελού τιτλοφορείται από τον ίδιο ως: «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της τέχνης» (Εκδόσεις Νεφέλη 2009). Δεν χρειάζεται βέβαια να υπενθυμίσουμε ότι το συστηματικότερο έργο του επιγράφεται «Ανοιχτή Συστηματική» (γαλλικά 1984, ελληνικά 1989).

Δεν είναι ανάγκη να επιχειρηματολογήσουμε για να δείξουμε ότι ζωή και σκέψη στον Κώστα Αξελό ήταν δυο όψεις μιας και της αυτής πραγματικότητας. Δικαίως ο Γάλλος βιογράφος του Ερίκ Αβιλάν υποτιτλίζει το βιβλίο του για τον Κώστα Αξελό ως «Βίος στοχαστικός – Βιωμένη σκέψη» (γαλλικά 1995, ελληνικά 1998).

Δεν ανήκει στην δική μας αρμοδιότητα να καταδείξουμε την σπουδαιότητα της έννοιας του ανοίγματος στην σκέψη του Κώστα Αξελού, αυτού του μεγάλου και όντως τελευταίου ΄Ελληνα στοχαστή διεθνούς εμβέλειας. Σε εμάς ανήκει το ταπεινό έργο να δείξουμε την σημασία του ανοίγματος στην ίδια την ζωή του Κώστα Αξελού.