14 Jan 2014

Aνάσα από πηλό – Φώτης Καγγελάρης

0 Comment

Όταν διάβασα το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή αναρωτήθηκα αν θα ανέλυα περισσότερο τις ψυχολογικές του συνιστώσες ή τις λογοτεχνικές του αρετές. Τελικά, υποχώρησε το διαζευκτικό και είδα το βιβλίο ως μία ενιαία επιστολή για τον ανθρωπισμό η οποία φτιάχτηκε από τη διαλεκτική σχέση της ψυχολογίας και της λογοτεχνίας, αφού ακριβώς η λογοτεχνία δεν θα υπήρχε παρά μόνον μέσω της ψυχικής αναγωγής των προσώπων του.

Πράγματι, ο Γ.Δουατζής μ’ αυτό το μυθιστόρημα ποταμό στήνει μπροστά μας ένα fresco, μια τοιχογραφία σαν εκείνες τις νωπογραφίες του Rivera όπου τα πρόσωπα του πίνακα παρ’ ότι έχουν υποστεί μία ανηλεή επεξεργασία καθένα χωριστά, δεν απομονώνονται αλλά συνυπάρχουν για να αποδώσουν το σύνολο του πίνακα.

Έτσι και με το βιβλίο αυτό. Ο Γ. Δουατζής που τον έχω γνωρίσει από τα ποιητικά του δοκίμια και τον θεατρικό του στοχασμό – τα αποκαλώ δοκίμια γιατί δεν παύει να σκέφτεται και να φιλοσοφεί, σαν τα βιβλία του ποιητικά ή αφηγηματικά να είναι ένα πρόσχημα για να ακουστεί ο φιλοσοφικά στοχαζόμενος λόγος του- ο Γ. Δουατζής λοιπόν, παράλληλα αποκαλύπτεται ένας έξοχος ιχνηλάτης της ψυχικής σημειολογίας με την οποία δομεί αληθοφανώς τους χαρακτήρες του με τέτοια ακρίβεια που κάποιες στιγμές να έχουμε την εντύπωση ότι διαβάζουμε, μ’ όλες τις λογοτεχνικές αρετές βέβαια, την γιουγκική τυπολογία των χαρακτήρων ή την ταξινόμηση των προσωπικοτήτων σ’ ένα ψυχιατρικό εγχειρίδιο.

Ο Γ. Δουατζής σαν τον Proust και την Μadeleine του εκκινεί το βιβλίο του με την ανάμνηση εκείνη που είχε σημειώσει στο μπλοκάκι του για τον θάνατο του πατέρα. Ο πατέρας, όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, σελ 163, είναι η λέξη κλειδί. Προσέξτε με τι αδιόρατο τρόπο ο Γ. Δουατζής εν αγνοία του ίσως, αλλά αυτό δεν έχει και πολύ σημασία γιατί κάθε βιωματικός συγγραφέας αποδίδει στο έργο του την επιστημονική θεωρία, εν αγνοία του, λοιπόν, γίνεται ένας λακανικός κλινικός προσεγγίζοντας τη πατρική διάσταση ως λέξη δηλαδή το ανάλογο της λακανικής μεταφοράς για το «όνομα του πατρός». Δεν θα αναλύσω περισσότερο το σημείο αυτό γιατί ο χρόνος παρουσίασης σε μια τέτοια βραδιά οφείλει να είναι σύντομος.

Ο πατέρας και η απουσία του δομούν τη ζωή της οικογένειας και το μέλλον των παιδιών, τη ζωή τους, τη σκέψη τους, τηνεπιλογή του φύλου και την σχέση με την οποία ενδεχομένως θα συνεχίσουν τη ζωή τους.

Παράλληλα, ο βασικός πρωταγωνιστής θα αναδυθεί ο ίδιος σε Θεό- πατέρα.  Μέσω της τέχνης του πλάθει τον κόσμο του ο οποίος όμως για να είναι εν ζωή απαιτείται η εμφύσηση πνοής από έναν άλλον άνθρωπο του οποίου ο πατέρας είναι επίσης απών, ψυχολογικά απών.

Δύο απουσίες, μια έλλειψη του πατρικού σημαίνοντος ως προϋπόθεση της συνάντησης για να δοθεί νόημα στη ζωή των προσώπων. Αυτό είναι το βιβλίο. Αλλά μέσα σ’ αυτό το βιβλίο ο Γ. Δουατζής στήνει ένα πελώριο σκηνικό των ανθρώπινων σχέσεων και ιδιαίτερα των οικογενειακών.

Πράγματι, κάποιες φορές είχα την εντύπωση ότι αποτυπώνει λογοτεχνικά τα δοκίμια της SelviniPalazzoli για την οικογένεια, την «αντιψυχιατρική» του Laing ή το κείμενο του Lacan για την οικογενειακή δομή. Οικογενειακές σχέσεις που στην περίπτωση της Ελένης τείνουν να καταβροχθίσουν το παιδί, να το βυθίσουν μέσα στα οικογενειακά μυστικά χωρίς αναπνευστήρα. Κάθε οικογένεια έχει μυστικά, κάποιες φορές θανατηφόρα. Έτσι, που όταν κάποιες φορές ένα παιδί παρουσιάζει μια σχιζοφρένεια αυτό να είναι το σύμπτωμα όλης της παθολογίας της οικογένειας. Και εδώ, ο Γ. Δουατζής μας κάνει να σκεφτούμε όχι τόσο τον πατέρα αλλά τη σχιζοφρενογόνο μητέρα της Fromm- Reichmann αλλά και τις απόψεις τις δικές μου όπως τις εξέφρασα στο τελευταίο μου βιβλίο για τον ρόλο της μητέρας η οποία επιμελώς στην περίπτωση της Ελένης τής παρουσιάζει μια άλλη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα εκτός πραγματικότητας, μια προϋπόθεση, δηλαδή, για μια παραληρηματική πραγματικότητα από την οποία ευτυχώς η Ελένη διαφεύγει. Διαφεύγει; Όχι εντελώς.

Ο Γ. Δουατζής σαν καλός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, σαν τον Rubens όταν παρουσιάζει το «Mάθημα της ανατομίας» ξέρει ότι δεν μπορεί να μην έχει κόστος η κατάσταση αυτή. Έτσι, η Ελένη αποφεύγει μεν τον ψυχικό θάνατο, αλλά δεν αποφεύγει να σωματοποιήσει την απειλή του θανάτου αυτού με την μορφή ενός άσθματος το οποίο αριστοτεχνικά αναλύει ο συγγραφέας έχοντας οδηγό του την «Ψυχοσωματική σχολή του Παρισιού» και τον Marty. Πρόκειται για ένα άσθμα υπαρξιακό, η Ελένη ασθμαίνει στην ζωή. Σαν να μην είχε βρει ποτέ τη θέση της ως παιδί στην ζωή, εκδιωγμένη από έναν κόσμο που της αποκαλύπτεται ψευδής, προχωρά ασθμαίνοντας, βηματίζει ασθμαίνοντας τα χρόνια της, τουλάχιστον έως ότου συναντήσει τον Κώστα.

Το παιδί είναι επίπτωση της επιθυμίας του άλλου, του γονέα. Όπως και ο γονέας είναι επίπτωση της επιθυμίας του δικού του γονέα. Το παιδί, μ’ αυτήν την έννοια είναι υπαρκτό πριν ακόμα γεννηθεί αφού ήδη υπάρχει μέσα στους λογισμούς των γονιών. Η γέννηση απλά θα φέρει στον κόσμο το υλικό μέρος των φαντασιωτικών επενδύσεων των γονιών. Ο Γ. Δουατζής εδώ, μας προσφέρει εξαιρετικές αναλύσεις μέσω μονολόγων, κυρίως μέσω του πατέρα της Ελένης, που ζώντας το άλυτο οιδιπόδειό του το προβάλλει αντιστρόφως στο παιδί του. Η Θήβα- Ελένη σώζεται με τον θάνατο του πατέρα- Οιδίποδα που επιμένοντας στην τυφλότητά του εξορίζεται ναρκισσιστικά στον τόπο του θανάτου.

Ο Γ. Δουατζής αναδεικνύεται επίσης ένας εξαιρετικός κλινικός σε θέματα βαρύτατα της ψυχικής οργάνωσης όπως η κατάθλιψη. Ακούστε, σελίδα 119: «Η κατάθλιψη συνιστά τραγικό γεγονός». Αλλά προσέξτε, χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα αφ’ ενός ως γλυκιά και τροφοδότης της χαράς, αφ’ ετέρου μας ομολογεί ότι έλκεται από το μη μέτριο, δηλαδή όχι από τον μέσο όρο, μ’ άλλα λόγια όχι την φυσιολογικότητα. Αυτό τον κάνει και βάζει στο στόμα του Καρτάλου: «Αλλά και να είχα την δύναμη να ζητήσω βοήθεια ψυχιατρική θα είχα το κουράγιο να κάνω ενδοσκοπήσεις σε βάθος;». Αυτό σημαίνει: Θα είχα το κουράγιο να αφήσω το πρόβλημά μου; Γιατί αυτό ακριβώς είναι η κατάθλιψη. Το να θέλουμε να παραμένουμε φαντασιακά με αυτό που έχουμε χάσει αγνοώντας έτσι την απώλεια που έχουμε υποστεί στην πραγματικότητα. Η κατάθλιψη υπόσχεται, και γι’ αυτό είναι ανθεκτική, ότι δεν κινδυνεύουμε να χάσουμε αυτό που ήδη έχουμε χάσει στην πραγματικότητα, αγνοώντας την πραγματικότητα μέσω του φαντασιακού υποκατάστατου.

Πάω να κλείσω σιγά σιγά. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα με φανερές τις επιδράσεις του Fitzerald, του Faulkner, του Williams και των άλλων μαέστρων του αμερικάνικου νότου αλλά ταυτόχρονα ενός κοσμοπολίτικου ψυχολογισμού που αρδεύει από τον Καραγάτση, τον Ουράνη τη Μ. Λυμπεράκη όπου οι ήρωες ζουν το δράμα τους φωνάζοντας, ίσως ουρλιάζοντας κάποιες φορές, αλλά χωρίς να ακούγονται παρά μόνον μέσα στους ίδιους.

Δεν θα πω περισσότερα πάνω σ’ αυτό. Δεν είναι ώρα σύγκρισης με τις κραυγές του Munch, του Bacon, ή του Rodin. Ίσως κάποια άλλη φορά. Προσώρας θα πω ότι οι εσωτερικές κραυγές των ηρώων, μου θύμισαν τις Συμφωνίες του Μahler όπου η οξύτατη αντιπαράθεση των μερών υποχωρεί για την ανάδυση της αρμονίας.

Θα πω, όμως, γιατί να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο.

Πρώτον: γιατί μας αφορά. Οι χαρακτήρες του βιβλίου, παρ’ ότι μέσα στην εξέλιξή τους κινούνται από μια αδιόρατη θλίψη, ωστόσο το βιβλίο μας προσφέρεται ως θεραπεία. Είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας βγήκε περισσότερο θεραπευμένος όταν το τελείωσε.

Δεύτερον: Σ’ αυτούς τους καιρούς που ζούμε, όπου η ευτέλεια, η φτήνια, η εμπορευματοποίηση των σχέσεων υπέρ μιας κοινωνικής επιτυχίας είναι οι σηματωροί της ζωής μας, τούτο το βιβλίο με την ευγένεια και το ήθος του χωρίς να χάνει σε ένταση αλλά με μια ένταση βάθους όση και η αγωνία της ύπαρξης  –πράγμα περίεργο για τα ελληνικά δεδομένα όπου δεσπόζουν το σεξ, τα δάκρυα και η βία, σημειώστε ότι στις 300 σελίδες δεν υπάρχει ούτε μία σκηνή περιγραφής σεξ-, αυτό το βιβλίο με μια γραφή κλασική στα χνάρια των διαχρονικών μεγάλων συγγραφέων γίνεται ένα διαβατήριο που κρατώντας στο σηκωμένο του χέρι ο Γ. Δουατζής διανοίγει το μέλλον μιας άλλης ποιότητας στις ανθρώπινες σχέσεις. Εκείνων που το υποκείμενο του Διαφωτισμού ξαναβρίσκει την θέση του στον κόσμο παραμερίζοντας την ηθική των αγορών.

Ο Γ. Δουατζής μας παραδίδει το ανθρώπινο ον έτσι όπως είναι, σαν πηλός, ένα χαϊντεγκεριανό ανέστιο και πλανώμενο ον του οποίου η έλλειψη προορισμού το κάνει και επινοεί τον προορισμό του κατοικώντας στην γλώσσα ή όπως το λέει ο ίδιος ο συγγραφέας οι άνθρωποι επιζητούν μια αληθοφανή δικαιολογία ύπαρξης. Μάλιστα, στην θέση του Lacan και του Heideggerγια την γλώσσα, επικαλείται στην σελίδα 221 τον Λαπαθιώτη: «ο πόνος στέργει για κλουβί του τον χώρο του ανθρώπινου αλφαβήτου». Και δεν μπορώ να μην θυμηθώ εδώ το Nietzsche και τη φράση του: «έχουμε ανάγκη το ψεύδος και την τέχνη για να ζήσουμε» ή το «ζωτικό ψεύδος» του Ibsen.

Έτσι, ο άνθρωπος, αυτό το άχρηστο πάθος θα έλεγε ο Sartre μετατρέπεται από άμορφο πηλό (ο πηλός είναι ο ίδιος μου ο εαυτός, λέει o συγγραφέας σελ.53 και  στη σελ 223: ζω πλάθοντας τον πηλό) σε γλυπτό από πηλό υπερθεματίζοντας δοξαστικά για το μόνο που μπορεί να επιζήσει σε μια καταστροφή: το γλυπτό του «έρωτα και της ζωής».

Αθήνα Ιούνιος 2015

 

Φώτης Καγγελάρης, Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Univ. deParis – Συγγραφέας 

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis