23 Oct 2020

Ο μουσουργός – Γιώργος Ρούσκας

0 Comment

Ματαιοδοξία vs Υστεροφημίας

Ο αμπελουργός καλλιεργεί τα αμπέλια του, τα φροντίζει, πασχίζει να κάνει το καλύτερο για να παράξει εκλεκτό κρασί. Ο μουσουργός, καλλιεργεί αλλά και δίνεται στα αμπέλια της ψυχής του, για να παράξει θεία μουσική. Εκεί το αποτέλεσμα είναι γέννηση, ψυχή από την ψυχή του.

Προϋπόθεση το θείο τάλαντο. Οι συνθήκες της ζωής επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την εξελικτική πορεία και τα παραγόμενα αποτελέσματα, όπως όταν υπάρχει η φωτιά, από κάπου θα βγάλουν τελικά καπνό.

Ο Γιώργος  Δουατζής, στο εικοστό πέμπτο βιβλίο του, «Ο Μουσουργός», εκδόσεις Στίξις, 2017, παρακολουθεί από την αρχή ως το τέλος τη ζωή μιας μουσικής ιδιοφυΐας αναλύοντάς την σε τόσο βάθος, ώστε να αναβλύσουν μεγάλα, διαχρονικά και πανανθρώπινα ερωτήματα και ο αναγνώστης να έρθει απευθείας αντιμέτωπος με αυτά.

Η ζωή μας ξεκινάει από την οικογένεια και τις συνθήκες που επικρατούν εκεί. Εκτός από τον  Sigmund Freud  που πρώτος το εντόπισε, είναι κοινό μυστικό πια πως «ο άνθρωπος είναι το προϊόν των τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας». Ποιο το οικογενειακό περιβάλλον του κεντρικού ήρωα Αλέξανδρου;

Κυρίαρχη φυσιογνωμία η μητέρα. Απόλυτη, αυταρχική, ισχυρογνώμων.

«Η μητέρα, όσο μπορώ να την θυμάμαι, ήταν πάντα προβληματική. Παράτησε τις σπουδές της «για να μας μεγαλώσει σωστά», όπως έλεγε πολύ συχνά και μικροί είχαμε τύψεις επειδή εμείς ήμασταν η αιτία που δεν υλοποίησε τα όνειρά της, να γίνει γιατρός. Η συνήθης κατάσταση ήταν να υψώνει σχεδόν πάντοτε τη φωνή της στα όρια του ουρλιάσματος, να θέλει να επιβάλλει μονίμως την άποψή της και όταν αντιδρούσαμε να ξεσπάει σε λυγμούς λέγοντας “μια αποτυχημένη μάνα είμαι, τίποτα δεν είμαι, κανείς δεν με σέβεται σε αυτό το σπίτι”». Κλασσική περίπτωση, καλά κρυμμένη βέβαια από τα μάτια του κόσμου.

Ο πατέρας; Υπάρχει; Πώς ενεργεί; «Ο πατέρας, όπως πάντα αμέτοχος… είχε προ πολλού πάρει απόφαση ότι, αν παρακολουθούσε τα τερτίπια της μάνας, θα κατέληγε στο ψυχιατρείο… Τώρα γιατί δεν χώρισαν ποτέ, ένας Θεός το ξέρει».

Ευτυχώς υπάρχει και ένας αδερφός. «Ο αδερφός μου ο Ανδρόνικος, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Ήρεμος, στοχαστικός, αλλά κι αυτός πολύ εσωστρεφής. Η οικογένεια, βλέπεις…».

Μια γιαγιά «έμπλεη γλυκύτητας και καλοσύνης» κάνει την πραγματικότητα υποφερτή, αλλά το στήριγμα, το αποκούμπι, η ελπίδα, το καταφύγιο ήταν ο παππούς: «Ο παππούς ήταν μια φυσιογνωμία προικισμένη… ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που μπορούσα να μιλάω μαζί του με τις ώρες, ως και για τις πλέον ενδόμυχες σκέψεις μου…  ποτέ δεν διακόπηκε ο διάλογός μου με τον παππού. Ούτε μετά τον θάνατό του. Ο παππούς, μου έδωσε ό,τι πολυτιμότερο: μηχανισμό σκέψης».

Οικογένεια, επιφανειακά άψογη. Ο βυθός μονίμως ταραγμένος.  «Οικογένεια όπου κριτήριο συμπεριφοράς και τρόπου ζωής ήταν το τι θα πουν οι άλλοι, καθιστώντας έτσι τον κοινωνικό περίγυρο κριτή και καθοδηγητή της ζωής μας». Οι γιορτές, κατέληγαν σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από γιορτές. Αναφερόμενος σε κάποια Χριστούγεννα ο ήρωας θυμάται: «Γιορτινή ατμόσφαιρα στο βυθισμένο στα στερεότυπα σπίτι μου… Πάντοτε μου προξενούσαν αφόρητη πλήξη και θλίψη μαζί αυτές οι υποχρεωτικές, άνευ νοήματος, καθιερωμένες γιορτές».

Η μουσική; Τι ρόλο παίζει στη ζωή του πρωταγωνιστή; Πώς την αντιλαμβάνεται; «Πίστεψα ότι η έκφραση των συναισθημάτων μου μέσα από τη μουσική είναι μια άκρως προσωπική υπόθεση. Δεν ήθελα να τη μοιράζομαι με κανέναν», ενώ την ίδια στιγμή, λέει πως η μάνα του τη μουσική «την έβλεπε σαν ένα ακόμη λούστρο κοινωνικής καταξίωσης. Ενώ εγώ ένιωθα τη μουσική ως δυνατή ανάγκη έκφρασης, ύπαρξης, ζωής».

Ταραγμένη η ψυχή του Αλέξανδρου σε ένα ανισόρροπο σπίτι. Όλοι έχουν τις ευθύνες τους. Η μητέρα δικτάτορας. Ο πατέρας παραιτημένος. Οι εξελίξεις απρόβλεπτες.

Ο Δουατζής όχι μόνο δεν αποφεύγει τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, αλλά τολμάει να απαντήσει ευθέως κάποιες φορές, αδιαφορώντας αν θα δυσαρεστήσει ένα μέρος του αναγνωστικού κοινού. Αν και ο αναγνώστης, πολλές φορές όταν εντοπίσει δικές του άσχημες πλευρές και εσφαλμένες συμπεριφορές, τις απωθεί φορτώνοντάς τες σε άλλους ή τις σκεπάζει βιαστικά. Ο ώριμος και έντιμος αναγνώστης όμως, έρχεται αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο με το ερώτημα και παίρνει θέση, αναγνωρίζοντας θαρραλέα τυχόν σφάλματά του.   

Ο ήρωας του έργου ρωτάει ξεκάθαρα: «Επιτρέπεται ένας ανώριμος άνθρωπος να μπορεί να γεννήσει και να μεγαλώσει ένα παιδί;». Θα μπορούσε να αφήσει την απάντηση να αιωρείται μα δεν κρατιέται. Δίνει το στίγμα του, ως απάντηση: «Είναι εγκληματικό να κάνουν παιδιά οι γυναίκες που δεν έχουν μεγαλώσει και είναι οι ίδιες ακόμα παιδιά, ανώριμες».

Τι επιλογές έχεις όταν σε πνίγουν; Ή μένεις και το συνηθίζεις (σου γίνεται τρόπος ζωής), ή μένεις και το αντιμετωπίζεις υψώνοντας τη δικιά σου φωνή με όποιο κόστος ή (ιδίως αν ξέρεις πως η κατάσταση έχει παγιωθεί), φεύγεις. Ο Αλέξανδρος; «Η φυγή ήταν η μόνη λύση». «Αποφάσισα να φύγω από αυτό το σπίτι. Να καταφύγω στου παππού. Ναι. Δεν χωρούσα ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους. Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι δεν χωρούσα ανάμεσα στους ανθρώπους». Μοναξιά…

Οι ενέργειές του από εκεί και ύστερα, σχετίζονται απόλυτα με τη φυγή. Αριστεύει για να ξεφύγει, να πάει μακριά, να κόψει γέφυρες με το παρελθόν. Δεν αγγίζει ξανά πλήκτρα πιάνου, καταλήγοντας τελικά να γίνει πολύ επιτυχημένος οικονομολόγος στο εξωτερικό. Όμως οι πληγές και τα σημάδια τον ακολουθούν:

Η μοναχικότητα ήταν το κύριο χαρακτηριστικό μου».

Θεωρούσα εξάρτηση το να ερωτευτώ μια γυναίκα και θεωρούσα εμπόδιο για τις επιδιώξεις μου να συλλειτουργώ, να συγκατοικώ, να μοιράζομαι την καθημερινότητα με έναν άλλο άνθρωπο».

-Οι σχέσεις του με τους ανθρώπους, συναδέλφους, κλπ: «τους έβλεπα άλλωστε τόσο μακριά μου, ανίκανους να νιώσουν, έστω και στο ελάχιστο, όσα κουβαλάω στην ψυχή μου. Ζούσα ενσυνείδητα πλέον την απόλυτη σχάση του εαυτού μου».

Ευτυχώς όμως, λόγω της συναισθηματικής του νοημοσύνης έχει συναίσθηση πολλών σημαντικών πραγμάτων:

-Τα στερεότυπα; «Πίστευα πάντοτε ότι φυλακίζουν τη σκέψη. Και η τέχνη, η μουσική, υπηρετείται μόνον από ελεύθερα, αφοσιωμένα, ανεξάρτητα πνεύματα».

σε αυτό το ξέφρενο κυνηγητό του κέρδους… τελικά υπάρχουν μόνον ηττημένοι ή ένας μόνο μεγάλος ηττημένος: ο άνθρωπος».

Το κρισιμότερο ερώτημα στη ζωή του, διατυπώθηκε από τον παππού του: «Σκέψου σε παρακαλώ, κάποια στιγμή: αγάπησες πραγματικά ποτέ σου;»

Ώσπου ξαφνικά, κάτι μέσα του ξυπνάει, αγοράζει ένα πιάνο και αρχίζει να συνθέτει. Αρχίζει να μεγαλουργεί. Μυστικά από όλους. Εκεί ζει. Με τη σύνθεση πραγματώνει τα όνειρά της ζωής του. Βρίσκει τον εαυτό του. Στη δημιουργία. Ή ακριβέστερα, στη μοναξιά της δημιουργίας. Αναπάντητο το ερώτημα, αιώνες τώρα, αν μόνο μέσα από τη μοναξιά μπορεί να γεννηθεί το αριστούργημα.

Η δημιουργία είναι ερωτική πράξη; Έρως καταλύων χωροχρόνο; Ναι:

«Όταν έγραφα μουσική, δεν είχα συναίσθηση του χώρου και του χρόνου. Δεν μπορούσα να καταλάβω πού βρισκόμουν ή πόση ώρα ανάλωνα για να γράψω. Ένιωθα κάτι σαν περιδίνηση, σαν να με έπαιρνε και να με ανέβαζε ψηλά, … Πετούσα, κάθε φορά και σε ένα άλλο πρωτόγνωρο σύμπαν που δεν είχε τέλος ούτε αρχή και όταν τελείωνε αυτή η οργιώδης διαδικασία, σταματούσα κατάκοπος, αλλά γεμάτος από μια αίσθηση ευδαιμονίας, πλήρωσης, πραγματικής ευτυχίας. Δεν μου έλειπε απολύτως τίποτα».

Στο νου μας έρχεται ο Ονορέ Ντε Μπαλζάκ που περιγράφει τη στιγμή της σύνθεσης, στον «Γκαμπαρά»1, έναν άλλο ταλαντούχο μουσουργό:

«Αμέσως ο Γκαμπαρά βυθίστηκε σε μια μουσική έκσταση αυτοσχεδιάζοντας την πιο μελωδική και την πιο αρμονική cavatina που θα άκουγε ποτέ στη ζωή του ο Αντρέα… Τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται, το γαλάζιο τ’ ουρανού φανερώθηκε, φάνηκαν σώματα αγγέλων που αφαιρούσαν τα πέπλα που κρύβουν το άδυτο του ναού, ενώ το φως των ουρανών έπεφτε σαν καταρράχτης επάνω στη γη».

Κατακτώντας ο Αλέξανδρος νέα πεδία δημιουργίας, χαράς, γνώσης και αντιλαμβανόμενος την εξέλιξή του, έρχεται αντιμέτωπος με κρίσιμα ζητήματα:

Η ανάγκη της μοιρασιάς του έργου σου με τον κόσμο είναι το αιτούμενο ή η προβολή του εγώ σου μέσα από το έργο

-«Μήπως η πατρότητα του έργου δεν έχει πια καμιά σημασία;»

Οι απαντήσεις καταιγιστικές. Με επιχειρήματα. Δεν αφήνονται έωλες:  «Το έργο και η μοιρασιά του προέχουν. Όχι ο δημιουργός. Η ματαιοδοξία σκοτώνει το δημιουργό και τις υψηλές επιδιώξεις του… Το έργο είναι η ασπίδα στις ανθρώπινες μικροψυχίες. Αυτό στηρίζει τα μεγάλα πνεύματα. Ο δημιουργός θα φύγει οριστικά. Το μεγάλο έργο θα μείνει στους αιώνες».

Αφορμή για διαχωρισμό ματαιοδοξίας και υστεροφημίας:«Ματαιοδοξία είναι να θέλεις να εμφανίζεσαι, να επιβεβαιώνεσαι, να υπερέχεις στα μάτια των ανθρώπων». «Υστεροφημία, όμως, σημαίνει ότι έχει παραχθεί έργο».

Όταν είσαι στην κορυφή, δοξασμένος, σημαίνει αναγκαστικά πως είσαι ευτυχισμένος ή έστω είσαι καλά; Ένας άλλος, διάσημος διευθυντής ορχήστρας, ο Μπάους: «Ζήλευε πάρα πολύ τους συνθέτες και αυτό το μικρόψυχο συναίσθημα τον συνόδευε σε κάθε του εκδήλωση».

Η νουβέλα προχωράει σε πλοκή, σε δράση, με το ενδιαφέρον να παραμένει σε αμείωτη ένταση. Η αβίαστη ροή του λόγου, συνδυασμένη με την ποιητική ακρίβεια του Δουατζή, δίνουν στο κείμενο ιδιαίτερη αξία.

Μετά την «Ύβρη», με την  τα αρχαιοελληνική έννοια, διαπράττεται «Άτη» από ένα πρόσωπο (Μπάους) εις βάρος του κεντρικού ήρωα. Οι «Ερινύες» έρχονται στο προσκήνιο καταδιώκοντας τον αδερφό του Αλέξανδρου, που δεν προνόησε ώστε να μη συμβεί το κακό. Η συμμετοχή του άλλωστε, ήταν καθοριστική.

Ακολουθεί φυσικά η «Νέμεση» και στο τέλος η «Τίση», επιφέροντας την ζητούμενη «Κάθαρση», αλλά με τρόπο τραγικό και αμετάκλητο. Τραγική ειρωνεία αποτελεί το γεγονός πως αν προσπερνώντας τον άκρατο θυμό, είχε γίνει ένας διάλογος τριών λεπτών, όλα θα ήταν διαφορετικά.

Το κέρδος για τον μουσουργό, πέρα από την ερωτική μέθεξη κατά τη διάρκεια της μουσικής δημιουργίας; Πολλαπλό. Το εισπράττει ευτυχώς απευθείας ο ίδιος, λίγο πριν το απρόσμενο τέλος:

Το έργο μου έχει ακουμπήσει την ψυχή τους. Το έργο μου υπάρχει πέρα και πάνω από πατρότητες και ονόματα. Το έργο μου έχει μοιραστεί και δονεί τους ανθρώπους. Το έργο, όχι το όνομα του Μπάους ή το δικό μου».

Ξαφνικά μια πρωτόγνωρη αγάπη για όλους αυτούς τους ανθρώπους γεμίζει την ψυχή μου. Για πρώτη φορά νιώθω αγάπη για τον κόσμο… Επικοινωνώ μαζί τους με δίαυλο το έργο μου. Ύψιστης ποιότητας επικοινωνία. Ταύτιση, ιερουργία, μυσταγωγία, μέσα από τις δικές μου νότες».

Είναι η Χαρά. Η Αγάπη. Η Επικοινωνία. Η πλεύση στο «Μαζί». Έστω στο παρά πέντε, τα ένιωσε ως το κόκαλο, τα χάρηκε, τα αισθάνθηκε. Άρα: έζησε. Αξιώθηκε. Έστω για λίγο. Αυτό. Μα όλη η ουσία, εκεί είναι.

Η νουβέλα του Δουατζή κινείται σε πολλές διαστάσεις. Αφορμάται από το ταλέντο και την ιδιοφυΐα ενός ανθρώπου που έχει γεννηθεί για αυτό και διαπραγματεύεται την εξέλιξή του μέσα από τις οικογενειακές σχέσεις, τις κοινωνικές, τις επαγγελματικές, τις προσωπικές, οδηγώντας την μυθιστορία σε μονοπάτια  υπαρξιακά, φιλοσοφικά, όσο και πρακτικά. Το νυστέρι φτάνει και κάτω από τις πληγές. Αποκαλύπτονται πεποιθήσεις, εμμονές, ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, μεγαλόψυχες αλλά και μικρόψυχες αντιλήψεις και στάσεις ζωής. Τίθενται ζητήματα που δεν αφορούν μόνο τα μεγάλα έργα και τους δημιουργούς τους, αλλά  ολόκληρο το κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα αξιών: ματαιοδοξία, υστεροφημία, πατρότητα και ταυτότητα ενός έργου, διάρκεια της τέχνης, εντιμότητα, δόξα, ζητούμενο του δημιουργού, δημιουργία για «εαυτόν» ή δημιουργία για «μοίρασμα», ρόλος του εξωτερικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση του «εσωτερικού» κόσμου άρα και του «έργου» και πολλά ακόμη.    

Ο συγγραφέας φέρει κατασταλάγματα εμπειριών μέσα του, τα οποία βρίσκουν τρόπο -λες και δρουν αυτόνομα πια- να φανερώνονται στον γραπτό του λόγο. Το παρακάτω απόσπασμα2, από ποίημά του δημοσιευμένο το 2012, δείχνει ακριβώς αυτό αλλά και τη συνέπεια του συγγραφέα με την κοσμοθεωρία του. Όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο, θα καταλάβει την άμεση συσχέτιση τους: «Τέλος παρηγοριόμουν ότι οι μεγάλοι αγώνες δεν χρειάζονται σπουδαίους αλλά επί της ουσίας μόνους και μες στη σοφία της σιωπής ένιωθα πάντα χρήσιμος ως σκεπτόμενος ή αυτόχειρας».

Στον «Μουσουργό» οι πτήσεις δεν είναι ανάλαφρες. Αντιμετωπίζουν άφθονες αναταράξεις από διλήμματα και ερωτηματικά. Σκληρά, μα αληθινά.

Θύτης, θύμα ή τίποτε από τα δύο; Μετριότητα ή κορυφή; Μόνος ή Μαζί; Εγώ ή Εμείς; Υπομένω ή δρω; Πώς απαλλάσσομαι, από όσα οι άλλοι μου έχουν φορτώσει; Είναι η ζωή στα χέρια μου; Πώς ένα τυχαίο (τυχερό ή άτυχο) γεγονός μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά (ως και να τερματίσει) μια ζωή; 

Αποκαλύπτονται ρόλοι. Φανερώνονται μάσκες. Το κείμενο εμπλουτίζεται από δοκιμιακές προσεγγίσεις και φιλοσοφικές αναζητήσεις δοσμένες τόσο φυσικά που δεν καταλαβαίνεις πώς διαπερνούν το «πετσί» σου. Οι ψυχολογικές προσεγγίσεις είναι επιπέδου Χόρχε Μπουκάι. Οι περιγραφές είναι ολοζώντανες. Η ροή συνεχής. 

Όταν όλα αυτά είναι άρρηκτα ενσωματωμένα σε μια νουβέλα, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

 

Αναφορές:

1.Ονορέ ντε Μπαλζάκ, «Γκαμπαρά», εκδόσεις Σμίλη, 2014, σελ. 113

2.Δουατζής Γιώργος, “Άντρας Σπουδαίος”, Σχεδίες, εκδόσεις Καπόν, 2012, σελ.45

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis