26 Oct 2020

Χρόνου σκιά – Γιώργος Ρούσκας

0 Comment

[Πρώτα του είπα γεια σου πατέρα

Αργότερα της είπα αντίο μάνα

Χάθηκαν και οι δυο οριστικά …

χαράκωσαν τη μνήμη]

και η σκιά του χρόνου αρχίζει να γίνεται βαρύτερη, αφού το φως των αναντικατάστατων πολυαγαπημένων δεν υπάρχει πια για ν’ απαλύνει τη σκιερή όψη της πραγματικότητας, αυτής που τη ζεις μηχανικά, χωρίς να είσαι ολότελα ούτε παρών, ούτε απών:

[κηδείες, γάμοι και βαφτίσεις

κι εγώ παρών-απών ανάμεσά τους].

Αν είσαι τυχερός, συναντάς τη Μία, εκείνη που μέλλει να γίνει Η Αγαπημένη, εκείνη για την οποία εξελίσσεις την αρχιτεκτονική σου αντίληψη (εσωτερικά και εξωτερικά) για να είσαι σε θέση να πεις

[έφτιαξα τεράστια την πόρτα και τα παράθυρα πολλά, ώστε να μπορεί πάντοτε ο ήλιος να λούζει με φως την ομορφιά σου]

εκείνη, η οποία θα σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι

[αγάπη δεν είναι να λες το σ’ αγαπώ, αλλά εκείνος ο συγκλονισμός που δεν χωράει σε λόγια]

εκείνη που με μία απλή της κίνηση μπορεί και να ξεσηκώσει εκρηκτικά ανεξέλεγκτο πόθο εντός σου αλλά και να γαληνέψει τη θαλασσοταραχή που σε δέρνει σαν σκουριασμένο κρίκο στην προκυμαία:

[με μια πρωτάκουστη ηρεμία

χωρίς σιγουριά, δίχως αβεβαιότητα

απλώς ήσυχα ήσυχα περπατώ

με την ωριμότητα εκείνων

που δεν έχουν να χάσουν τίποτα

ούτε τους μέλει να κερδίσουν κάτι

με τα δάχτυλά της πλεγμένα στα δικά μου].

Έρωτας. Από τη μια οι απώλειες, από την άλλη η Παρουσία Εκείνης. Ανάμεσα;

[Εκεί, ανάμεσα στις απώλειες

και την ύπαρξη της αγαπημένης

χόρευαν πλείστα όσα δαιμόνια

που μετουσίωναν τη σκέψη σε γραφή].

Η γραφή. Λυτρωτική όσο και βασανιστική συνάμα, φανερώνεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του είναι και ταυτόχρονα αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της οντότητάς σου. Χωρίς έπαρση, κατασταλάζεις στην αντίληψη ότι

[απλώς γράφεις, όπως κάποιος άλλος χορεύει, τραγουδά, εργάζεται, επινοεί, χτίζει, φουρνίζει το ψωμί ή σπέρνει και κάνει πράγματα που δεν μπορείς εσύ]

γνωρίζοντας ότι πολλές φορές η γραφή όχι μόνο έρχεται επιτακτικά και σε κάνει δικό της αλλά σε πάει όπου εκείνη θέλει, αφού

[τις στιγμές της έκρηξης

το χέρι μόνο του χάραζε δρόμους]

και μετά απομένεις μόνος να προσπαθείς να βάλεις τα απομεινάρια αυτού του έρωτα σε λέξεις̇ όχι οιεσδήποτε λέξεις μα αντάξιές του. Θέλει μόχθο, πιστέψτε με:

[και μην ξεχνάς, τίποτα δεν χαρίζεται κι ας σου κινεί η έμπνευση το χέρι, σκληρό κάματο θέλει η χάρη της γραφής, μακρύς ο δρόμος να μπουν οι λέξεις στη σειρά μέχρι να γίνουν άξιο ύπαρξης τραγούδι].

Εν των μεταξύ η ζωή συνεχίζεται. Έχεις δύο επιλογές. Να ακολουθήσεις το συρμό της απόλαυσης, της επιφανειακής ηδονής, της παραίτησης, του καναπέ, ή να τολμήσεις να επαναστατήσεις, να αντιδράσεις, κάνοντας –προτού προβείς σε εξωτερική δράση– την αρχή με το μυαλό, διότι

[όσο η σκέψη γίνεται αιχμηρή, τόσο μικραίνει η φυλακή].

Αρχίζει έτσι το μακρύ ταξίδι της αναζήτησης, της εμπειρίας, της μετουσίωσής της σε σοφία, ώστε να είσαι σε θέση ένα τουλάχιστον μέρος της να το τεκμηριώσεις και φιλοσοφικά. Ανοίγεσαι σε όλα, δεν αποκλείεις τίποτε. Σε επίπεδο ατομικό, βλέπεις ότι

[ήταν ανάξιο να μπαίνει ο φόβος στη ζωή

γιατί δεν σκιάζονται το θάνατο

όσοι έζησαν μεστή ζωή κι αγαπημένη]

αφού αν αφεθείς στο φως του χρόνου μ’ εμπιστοσύνη, έχεις πολλές πιθανότητες να ξεφύγεις από τη σκιά του και να μπορέσεις

[να ανακαλύψεις την ευτυχία που κρύβεται στα ελάχιστα, τα θεωρούμενα μηδαμινά]

όπως και το ότι

[όλοι οι θησαυροί του κόσμου κρύβονται στη ματιά μας όταν για στιγμές βυθίζεται στην αιωνιότητα].

Η μοναξιά; Νόμισμα. Άνω όψη: ο αβάσταχτος πόνος. Κάτω όψη: Λύτρωση από την ανυπόφορη και ανούσια φλυαρία των γύρω. Η επιλογή; Δύσκολη:

[Α, από τη μία θέλεις να λευτερωθείς

μ’ επιλογή τη μοναξιά

κι από την άλλη τη φοβάσαι].

Ο θάνατος; Από Χρόνου Σκιά την ημέρα, το βράδυ ως σκιά φεγγαριού συμπληρώνει

[της φύσης τη σοφία

που σου ’δωσε το δώρο του θανάτου

αφού χωρίς αυτόν πλήξη

ανιαρή ζωή, καμία ανακύκλωση

και η δημιουργία περιττή].

Ο πόνος; Επώδυνος αλλά και εφαλτήριο αυτογνωσίας. Σκυτάλη επιβίωσης. Εξ’ ου και ο αφορισμός:

[ποτέ μην αγαπήσεις κάποιον που δεν εδάκρυσε ποτέ].

Σηκώνει πολλή συζήτηση εδώ. Κάτι άλλο προσπαθεί να πει ο ποιητής, κάτι πέραν του προφανούς. Εξαιρετικό θέμα για δοκίμιο. Γιατί η αγάπη, έστω και μονομερώς προς έναν «άκαμπτο – αδάκρυστο» άνθρωπο, μπορεί να μετακινήσει βουνά, μπορεί να σπάσει εντός του το τσιμέντο της αναισθησίας, μπορεί άνετα να ξεσκίσει το παραπέτασμα της αδιαφορίας και να φέρει το πρώτο δάκρυ. Αυτό το απόσταγμα-σταγόνα, είναι αρκετό για να ενεργοποιήσει τις αδρανοποιημένες χορδές του κρυμμένου βιολιού της ύπαρξής του: τη συμπόνια, την ενσυναίσθηση, την ευαισθησία. Να αναστήσει τα ενταφιασμένα συναισθήματα. Συναισθήματα;

[Ξέρεις γιατί τα συναισθήματα είναι άυλα; Για να μην τελειώνουν, μου είπες, και πλημμύρισαν οι αισθήσεις φως κι αναπολήσεις].

Η ταπεινότητα, την οποία είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο Γιώργος Δουατζής μετάλαβε από τον «δάσκαλό» του, τον Τάσο Λειβαδίτη;

[Υπόγραφε τα έργα του

για να μπορεί να ταξιδεύει

λυτρωμένος μες στην ανωνυμία

υγιής μακριά από επιβραβεύσεις

εκείνων, που κρίνοντάς τον

θα υπήρχαν μέσα απ’ τις ζωγραφιές του].

Στην τριβή με τον κόσμο και δη με τη δημοσιότητα, κάποια στιγμή μπορεί να πεις ότι

[… νομίζω

γνώρισα όψεις ζωής

κι εφηύρα δικαιολογίες]

με πρώτη και καλύτερη τούτη:

[έτσι είναι ο κόσμος, λες, για να ξεφύγεις

για να μη δεις ότι έτσι έγινε ο κόσμος

απ’ την αδιαφορία σου και τους προστάτες].

Κάποτε αυτά που σου έδιναν χαρά, ή έστω ικανοποίηση, σου γίνονται θηλιά στο λαιμό:

[με έπνιξαν στέγες, κήποι, αδυναμίες απεξάρτησης. Μπουκώνουν τη ματιά τα πάμπολλα στολίδια, οι φορτωμένοι τοίχοι, οι απουσίες. Μου παίρνουν οξυγόνο ανάγκες ζωικές, και σιωπηρά καταφθάνουν φθειρόμενα σώματα].

Προσπαθούσες να αντέξεις το φορτίο από τα «σώματα» αυτά που σου ρουφούσαν την ενέργειά σου όλη

[όρθωνα το ανάστημα … για να μπορώ να δω κατάματα, κυρίως συμπονετικά, όσους αλόγιστα με πίκραναν με μίσος στην ψυχή]

ώσπου αποφάσισες ότι ήταν καιρός να αποφεύγεις τα «πολλά – πολλά» και να κλειστείς στον εαυτό σου:

[ώσπου για να υπάρχω έγινα υπερδεόντως αφιλόξενος σε άγονες συναναστροφές, … αυτό που λεν αντικοινωνικός]

με πρώτο μέλημα να βρεις ποιος είσαι:

[Ήμουν αυτό που νόμιζες;

Ήμουν αυτό που νόμιζα; …

Έφυγα δίχως απάντηση].

Ήταν αναγκαία αυτή η απομάκρυνση; Ναι, για δύο λόγους.

Σπατάλης (σκιάς) χρόνου

[ανάλωσα πολύ χρόνο ξύνοντας σκουριές

από τα κάγκελα της φυλακής μου

κι έτσι δεν πρόλαβα να αρχίσω τα βαψίματα]

και κρυστάλλωσης συνείδησης, στη σκιά της μη απόδοσης δικαιοσύνης:

[μου είπαν όπως πάντα έχεις δίκιο

αλλά τι να σήμαινε

αφού δεν μπόρεσα ποτέ μου να το βρω;]

Παρηγοριά εκτός από τη γραφή;

Το πιστό σκυλί

[έμαθα τη γλώσσα των σκυλιών

που ήταν ολιγόλεκτη

και πολλαπλάσια ουσιώδης]

η συμπόνια ή η ενσυναίσθηση

[πόσο σε νιώθω και το αγνοείς

να ήξερες πόσο…]

η δοτικότητα

[να μην υπάρχεις για τον εαυτό

αλλά και για τον διπλανό σου]

η φιλία

[Πόση ενέργεια, δύναμη, χρόνο …

χρειάστηκαν μια χούφτα βότσαλα

για να κοσμήσουν ένα πήλινο πιάτο

και πόσο λίγα ταπεινά ατόφια υλικά

έφτασαν να φτιάξουν ακριβό κόσμημα

σαν την πολύχρονη φιλία, δώρο ακριβό]

και οι συνομιλίες με τους νεκρούς

[Α, οι συνομιλίες μου με τους νεκρούς δροσιά που φέρνουν…].

Αρωγός η μνήμη, με προεξάρχουσα καταγραφή εκείνη του πατέρα, την εμβληματική:

[Πρώτος αυτός, έπαιζε με τους έγχρωμους πήλινους βόλους κι αργότερα με τις φανταχτερές κρυστάλλινες γκαζές.

Πρώτος αυτός, έπαιζε με τα μολυβένια στρατιωτάκια κι αργότερα με τα μεταλλικά αυτοκινητάκια. Μύριζαν ευωδιά τα χρώματά τους και άνοιγε η ψυχή του…

Πρώτος αυτός, έπαιζε κάθε λογής παιχνίδια για παιδιά, τάχα για να μου δείχνει πώς δουλεύουν, αλλά ξεχνιόταν και συνέχιζε να παίζει πάντα πρώτος αυτός.

Πρώτος αυτός έπαιζε, για πρώτη του φορά, ο πατέρας].

Εκεί, απομονωμένος, αν καταφέρεις να παραμερίσεις τα δολίως (να ένα παράδειγμα που δεν στέκεται καλά η λέξη «δόλια») στημένα πέπλα από εμπρός σου, αντικρίζεις την ωμή πραγματικότητα, τουλάχιστον όση μπορεί να αντιληφθεί ο νους μέσω των αισθήσεων:

[πόσοι τάχα θεόσταλτοι κυβέρνησαν τον κόσμο

και πόσοι τους προσκύνησαν

και γέμισαν τα παραμύθια βασιλιάδες

οι μύθοι ανθρωπόμορφα θεριά

με χέρια απειλητικά

και με τον δείκτη οδηγό

μυριάδων προς το πουθενά].

Όπλα στα χέρια των ισχυρών εκτός από τα κυριολεκτικά;

Οι διακρίσεις-διαβαθμίσεις και οι κάθε είδους δια-χωρισμοί:

[να υπάρχουν οι κατώτεροι

διότι χωρίς αυτούς

πώς θα υπήρχαν οι ανώτεροι]

η στρατευμένη ψυχολογία, βλ. λ.χ. η συνήθεια:

[… συνήθεια

–των εξουσιαζόντων όπλο απεχθές

όπιο αναισθητικό των εξουσιαζομένων–]

η δειλία, ο φόβος:

[άνθρωπε θνητέ και εσαεί φθειρόμενε

φοβισμένε, πάνδειλε

που μπόρεσες να ορθωθείς

ευτυχώς μόνο στιγμές

ατρόμητος, γενναίος κι όμορφος

και να γύρεις μετά, πάντα μετά

θλιβερός, αποτροπιαστικός κι ανάξιος].

Η αυτοκριτική έρχεται να εντάξει το προσωπικό στοιχείο στο συλλογικό

[στα κλοπιμαία μας το μέλλον]

και με αυτοσαρκασμό να ομολογήσει:

[Κι ήμουν σαν επιτυχημένη επανάσταση

που ως εξουσία, χρειάζεται μιαν άλλη επανάσταση

κατά της εξουσίας

για να μπορέσει υπάρξει…]

αλλά και να ξεσηκώσει τους νέους να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους,

[πάρτε την τσακισμένη σκυτάλη

από τα κουρασμένα χέρια μας

και να ’χετε καλό δρόμο

μιας κι οι συγνώμες δεν ωφέλησαν ποτέ]

αμφισβητώντας ακόμα και τον ομιλούντα:

[φτύστε και μένα

που σας μίλησα για σεβασμό

αγάπη, ανθρωπιά, ειρήνη

και που σας πλάνεψα

με τους δικούς μου στίχους].

Αυτές είναι μερικές από τις θεματικές που υπάρχουν στο βιβλίο «Χρόνου Σκιά» του Γιώργου Δουατζή. Η ποιητική απόδοση στον Χρόνο ιδιοτήτων ανθρώπινων ή υποστάσεων υλικών μέσω της άυλης σκιάς, προϋποθέτει δύο πράγματα.

Το πρώτο; Πηγή φωτός, είτε αυτή είναι ο ήλιος, είτε κάποιο από τα ουράνια σώματα, είτε η φλόγα του κεριού που σώνεται τρεμοπαίζοντας στην κάμαρα της έμπνευσης του Καβάφη ή του Παπαδιαμάντη, είτε ο αεικίνητος έρωτας για το άλλο φύλο, για την τέχνη, τη φύση, τη ζωή. Μπορεί να είναι και ο Λόγος. Διάχυτος και καθαρός όπως το φως:

[λέξεις παντού, στο πάτωμα, τον τοίχο

στο στόμα, το χέρι, το μυαλό

στις μουσικές, τους έρωτες

λέξεις παντού καθάριες, καθαρτήριες].

Φως λέξεων, άρα αναλυόμενο σε ουράνιο τόξο, φως χρωμάτων. Μόνο;

[Έχουν τα λόγια χρώματα; εύλογα θα ρωτήσεις

Τα λόγια δεν έχουν μόνο χρώματα

έχουν τα πάντα].

Το δεύτερο; Συμπαγές υποκείμενο ή αντικείμενο, αδιαφανές, ώστε να εμποδίζει το φως να το διαπεράσει και ως εκ τούτου να είναι ικανό να παράγει σκιά. Ένας άνθρωπος, ένα δέντρο, ένας στύλος ηλεκτρικού, ένα βιβλίο. Ένα δωμάτιο, ένα γραφείο, το εργοστάσιο, το γιαπί, το καλύβι. Ή ένα γράμμα:

[το γράμμα ήταν συστημένο

για να βεβαιωθεί όχι μόνο η παραλαβή

αλλά και η ύπαρξη του παραλήπτη εν ζωή].

Ένα πάτωμα, μία πόρτα, τα χέρια του πατέρα:

[Όταν αφήνομαι νοσταλγικά, θυμάμαι το πάτωμα από μωσαϊκό, την πόρτα εισόδου σιδερένια, τα μάτια μου λαίμαργα σαν σκύλου που περιμένει λιχουδιά, τα χέρια του τα φορτωμένα δώρα].

Έτσι φαινομενικά είναι σαν να μένει ακίνητος ο χρόνος και να κινείται μόνο η σκιά του, ενώ όλα στην πραγματικότητα (σε ποια άραγε;) κινούνται. Ο τρόπος της γραφής είναι πρωτότυπος διότι έρχεται ποιητικός λόγος ολόφρεσκος να συναντήσει παρελθοντικά ψήγματα λόγου του ποιητή και να πορευτούν μαζί, με εμβόλιμες πεζές ή πεζόμορφες ποιητικές ξυλοδεσιές, απαραίτητες για να γίνει ως ένα ελάχιστο βαθμό κατανοητή η συνέχεια του κειμένου, αφού δεν πρόκειται απλά για συλλογή (ποιημάτων ή κειμένων) αλλά για ενιαία αρχιτεκτονική σύνθεση λόγου, η οποία έχει μεν ως βασικό δομικό στοιχείο την ποίηση, αλλά χρησιμοποιεί και τον πεζό λόγο για την πλήρωση των αρμών, ώστε να ολοκληρωθεί αντισεισμικότερα το οικοδόμημα. Κυρίαρχη είναι η μεταφορά προσωπικών εμπειριών που έχουν το χάρισμα να ανάγονται σε συλλογικό επίπεδο. Ευρέως διάσπαρτες οι φιλοσοφικές και δοκιμιακές τοποθετήσεις, όσο και η αμφισβήτηση των πάντων. Η πραγμάτευση γίνεται με εντιμότητα, ειλικρίνεια, ταπεινότητα, αμεσότητα.

Νομίζω ότι μπορεί εύλογα να χαρακτηριστεί ως μια αυτοβιογραφία σε ελεύθερο στίχο, στην οποία εμπεριέχονται ποιητικές –άρα συμπυκνωμένες– πραγματείες για πολλά από τα θέματα που έχουν απασχολήσει τον ποιητή-συγγραφέα-δημοσιογράφο, μέσα στις οποίες (σαν τις ρώσικες κούκλες babushka) υπάρχουν αποφθέγματα, ρήσεις, επιγράμματα, παραινέσεις και διαπιστώσεις ζωής.

Ίσως να είναι και μια ποιητική παρακαταθήκη προς τις επόμενες γενιές από έναν ποιητή ο οποίος στρατεύτηκε σε μια ποίηση με κέντρο τον άνθρωπο. Σε όσους αρέσουν οι χαρακτηρισμοί, πρόκειται για ερωτική, κοινωνική, αντιεξουσιαστική, ανατρεπτική, αυτογνωσιακή όσο και αυτοσαρκαστική ποίηση με εμφανή (μέσα και από το σύνολο του έργου του Γιώργου Δουατζή) τη δίψα για έρωτα, αγάπη, φιλία, κοινωνική δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, ηπιότητα, ειρηνική συμπόρευση. Τη δίψα για ζωή. Όνειρο η επίτευξη ενός πολιτισμού στον οποίο οι άνθρωποι θα μοιράζονται χωρίς εκμετάλλευση και τα υλικά και τα πνευματικά αγαθά.

Ο κοινωνικός και υπαρξιακός προβληματισμός είναι σε κάθε βήμα παρών

[μήνες εννιά ν’ ανοίξεις τα μάτια για να δεις

τον κόσμο που σε έφεραν ερήμην σου

όπως ερήμην σου συνήθως φεύγεις]

όπου ας σημειωθεί η παρουσία της σκιάς του χρόνου που πέφτει βαριά πάνω σε κάθε τι γήινο, υλικό ή μη:

[… πόσο μεγάλη θλίψη

χώρεσε σε τόσο δα μικρή ζωή].

Η σκιά του χρόνου για μένα είναι η εξ’ ορισμού περιορισμένη διάρκεια, το ότι όλα τελειώνουν κάποτε, το ότι είναι πεπερασμένος ο χρόνος που διαρκεί η ανθρώπινη ζωή. Ίσως να είναι αυτά που δεν προλαβαίνει να κάνει κανείς, αυτά που είτε δεν αντιλαμβάνεται, είτε αδρανεί, είτε προσπερνά, αυτά που μένουν ημιτελή ή ανεκτέλεστα, μέχρι τη γνωστή κατάληξη με το αναπάντητο ερώτημα:

[Πόσες ψυχές θα θάψει τούτη η γη;

Πόσες χωράει;]

Η σκιά του χρόνου πέφτει βαριά πάνω στις επιλογές, καθώς κυλάει ανεμπόδιστα το νερό (του Ηράκλειτου) στην κλεψύδρα, στην «κλεπτοσκιά» θα έλεγα με μια λέξη, φτιαγμένη για να δείξω τη σκιά που σώνεται. Η σκιά της αδράνειας που ροκανίζει τον χρόνο. Αυτή που από βιωμένο (αγαπημένο μου βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου) τον κάνει χαμένο.

Ναι, η σκιά του «δε βαριέσαι». Η σκιά που σε κρατάει κάτωθέ της κομπάρσο στην ίδια σου τη ζωή. Η σκιά που είναι ό,τι απομένει από σένα όταν έχει τελειώσει προ πολλού ο χρόνος σου.

Μπορεί να είναι και η ίδια η μνήμη, η οποία γίνεται σκιά του χρόνου, φυλάσσοντας στα σκιερά της μνημοφυλάκια  στιγμιότυπα επιλεγμένου χρόνου, συνειδητά η ασυνείδητα.

Μπορεί να είναι η σκιά από τα κυπαρίσσια στο νεκροταφείο, αυτή που ζωγραφίζει στο χώμα τη φθαρτότητα υπαινισσόμενη τη σχέση του χρόνου με τη γη, αυτή που φανερώνει την αξία που έχει ο χρόνος πριν τον αιώνιο ύπνο, αυτή που προτρέπει για δράση εμπρός στο φόβο του θανάτου.

Ίσως να είναι και ο ίδιος ο φόβος να ζήσει κανείς. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη «σκιάζομαι» σημαίνει και φοβάμαι (απερίγραπτη η Ομορφιά της γλώσσας και δη της ελληνικής!)

Χρόνου σκιά. Πέφτει πάνω στις ζωές των ανθρώπων και τις καθορίζει. Μέρα-νύχτα, πάνω από τα κεφάλια μας, ο ίσκιος από έναν αόρατο λεπτοδείχτη μας κυνηγά. Είναι ο ίδιος ο χρόνος που κυνηγάει κάθε μας δραστηριότητα, κάθε λειτουργία, κάθε κίνηση. Ο χρόνος που είναι ταυτόχρονα η σκιά του και η σκιά του που δεν είναι άλλη από τον ίδιο. Δύο υποστάσεις της ίδιας έννοιας. Ασώματη αλλά αντιληπτή. Είτε στη σκιά ενός δέντρου ή ενός σύννεφου, είτε οπτικά στο καντράν του ρολογιού χειρός ή ηχητικά στο πρωινό ξυπνητήρι.

Ίσως όμως να είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος η σκιά του χρόνου, αφού ζει όσο η σκιά του. Αντιστρέφοντας τη θέση και τις πτώσεις του τίτλου, καταλήγουμε στο Σκιάς Χρόνος. Είναι κάτι διαφορετικό; Όχι αναγκαστικά. Αφού στην ουσία σκιές του χρόνου είμαστε. Σκιές στη γη για κάποιο (ορισμένο) χρόνο, κάτω από το φώς του ήλιου, μέσα στο φως του έρωτα για ζωή και ταυτόχρονα κάτω από τη σκιά του θανάτου. Πάντα υπό την ομπρέλα του χρόνου. Πού να πέφτει άραγε η σκιά της;

Μέγα θέμα για ένα άλλο δοκίμιο. Πολλές οι προσλήψεις. Πολλές οι εκδοχές. Η ποίηση, πέραν των άλλων θαυμαστών, έχει την ιδιότητα να φυτεύει σπόρους ενεργών αφορμών για ατέλειωτα ταξίδια χωρίς προκαθορισμένο προορισμό.

Αναλογιζόμενος το πόσο πολύ ταξίδεψα διαβάζοντας το βιβλίο, εξομολογούμαι ότι επιστρέφοντας, κατέληξα στο ότι για εμένα αποτελεί ένα ποιητικό μανιφέστο για τη ζωή.

Μετά από τούτο το γραπτό ταξίδι, καιρός (χρόνος) για προσγείωση στην πραγματικότητα. Εδώ όπου σκιές σκληρότητας, εγκατάλειψης και υποκρισίας προσπαθούν επιτιθέμενες καθημερινά να σκοτεινιάσουν το αγγελικό φως της ψυχής.

Ο ποιητής το αντιλαμβάνεται και υπερσυμπυκνώνοντας όλο το πόνημα σε μία πρόταση, ρωτάει (τον εαυτό του και  όλους):

[Μα πώς κατάφερες να κοιμηθείς με τις εικόνες των παιδιών που πέθαναν διψώντας;]

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis