29 Oct 2020

Προς Δέκα Επιστολή ‘Τα Ανεπίδοτα’ – Μάνος Στεφανίδης

0 Comment

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ, ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ

-Τι μπορεί να αφηγηθεί ένα πρόσωπο;

-Ποιο αίνιγμα μπορεί να κρύβει μία έκφραση;

-Πόσο αντανακλά τον κόσμο ένα βλέμμα;

-Πότε μια ματιά μπορεί να καταστεί ισοδύναμο του λόγου;

-Γιατί μοιάζει να βλέπουμε με τον πιο απόλυτο τρόπο, όταν έχουμε τα

 βλέφαρα σφαλιστά;

-Πώς μπορεί να βαρύνει τον εξωτερικό κόσμο, το αδιαπραγμάτευτο                      

 εσωτερικό τοπίο, που φέρει ο καθένας μας εντός του;

-Πώς πηγαίνουν προς τα εκεί;

Να μερικά ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν με εικόνες, αλλά και με φράσεις, με νοήματα λεκτικά ή οπτικά. Να κάποιες απορίες, που μπορούν να ερμηνευθούν με λόγια, αλλά και χωρίς λόγια, μέσα από τον χρωματιστό κόσμο μιας ζωγραφικής, μέσα από τις άλεκτες πληροφορίες κάποιας εικαστικής σύνθεσης. Οταν μάλιστα λόγος και εικόνα συνυπάρχουν για να δημιουργήσουν από κοινού προσωπογραφίες, τότε μάλλον  έχουμε τον πληρέστερο συνδυασμό. Γιατί εφόσον ένα πρόσωπο αποτελεί τη σύνθεση πολλών ετερόκλητων πραγμάτων, τότε σύνθετη επιβάλλεται να είναι και η προσέγγιση του, δηλαδή η ψηλάφηση και η ερμηνεία του.

Ο Γιώργος Δουατζής συνθέτει μια σειρά επιστολιμαίων «προσωπογραφιών», ένα κύκλο ανεπίδοτων γραμμάτων που μπορούν να έχουν παραλήπτη οποιονδήποτε από μας. Τον οποιοδήποτε; Όχι αναγκαστικά. Ο Δουατζής επιμένει στους νέους, στον καινούργιο κόσμο που έρχεται ακάθεκτος και προς αυτούς κυρίως απευθύνεται. Τα γράμματα του, αν και δοκιμιακής υφής κατά βάθος, έχουν την αμεσότητα του καθημερινού λόγου, την ποιητική διάθεση της εξομολόγησης, αραιά τέλος, το απρόβλεπτο του παραληρήματος. Πρόκειται για έναν συγκρατημένο μεν λόγο, που όμως θέλει συνειδητά να αποσυναρμολογηθεί, «να σπάσει», μήπως και έτσι διεκδικήσει κάποια ψήγματα αλήθειας.

Σε ολόκληρη τη θεωρία της λογοτεχνίας μετά τη νεοτερικότητα, κυριαρχεί η άποψη πως ο λόγος, η γραφή, το καλλιτεχνικό έργο, υπάρχουν ακριβώς για να συσκοτίσουν το δρόμο προς την «αλήθεια». Για να υπηρετήσουν το ψεύδος και τη «ζωτικότητά» του. Ποια αλήθεια λοιπόν; Μα την αλήθεια που διεκδικεί ο καθένας μας ως υποκείμενο, αφού αποβάλλει κάθε συμβατικότητα, προσποίηση ή συναλλαγή. άλλωστε, ο Χριστός όταν ρωτήθηκε από τον Πιλάτο «και τις εστίν αλήθεια;», δεν απάντησε.

Στα κείμενα του Δουατζή, η έννοια της μάσκας ως συμβόλου –  ενός προσώπου που απολεπίζεται, αποφλοιώνεται για να βρει το πρόσωπό του – είναι καθοριστική. Δεν κινδυνολογεί, αλλά φοβάται για το άγνωστο και το απειλητικό που έρχεται. Για τους κινδύνους ισοπέδωσης, που απειλούν τα πράγματα που κάποτε αγαπήσαμε. Έννοια του ο χρόνος, η μνήμη, το σώμα του παρελθόντος, το οποίο πρέπει να παραμείνει ερωτικό και να μην κλειστεί από γραφειοκρατική ευσυνειδησία σε ένα κράτος μουσείο αναμνήσεων και ταριχευμένης ιστορίας. O Δουατζής δεν φοβάται που φοβάται, ούτε ντρέπεται για την αδυναμία του. Είναι σαν να λεει: σκεφτείτε το, μπορεί αυτή ακριβώς η αδυναμία μας, κάποτε να καταστεί η έσχατη δύναμή μας,

Όμοια τώρα στον Μιχάλη Αμάραντο οι συνεχείς μορφοπλαστικές γραμμές, η κινητικότητα των χρωμάτων, το θετικό και το αρνητικό  της φόρμας, το διάφανο και το συμπαγές της γραφής, η παραμόρφωση και η κλασικότητα, δίνουν στα θέματά του τον ιδιαίτερό τους χαρακτήρα.

Ο ζωγράφος θέλοντας να αποδώσει πρόσωπα, ξεκινά από τα προσωπεία τους, φιλοτεχνεί πρώτα τις μάσκες που είναι δυνατόν αυτά να φορέσουν και ώ! του θαύματος, οι μορφές βρίσκουν το χαρακτήρα τους, τα πορτραίτα την ψυχή τους.

Το παιχνίδι είναι απλό, αλλά εξαιρετικά ευφυές. Αντί παραδοσιακών βαρύγδουπων προσωπογραφιών, ο Αμάραντος επιλέγει να αποδώσει σύμβολα, τύπους, χαρακτηριστικά, εκφράσεις, στιγμές. Τις όψεις του ανεπαίσθητου τελικά. Εκεί, οι εικόνες του συναντώνται με τα κείμενα του Δουατζή και εκεί ακριβώς συντελείται η χημεία του παρόντος βιβλίου.

            Οι επιστολές αναζητούν το πρόσωπο – παραλήπτη και τότε, μαγικά σχεδόν, το πρόσωπο του παραλήπτη αυτού γίνεται πρόσωπό μας.

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis