29 Oct 2020

Η άλλη λέξη – Απόστολος Μπενάτσης

0 Comment

Το νέο έργο του Γιώργου Δουατζή είναι Η άλλη λέξη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μια πρώτη παρατήρηση είναι αναγκαία εδώ. Ο  λόγος του Δουατζή δεν ικανοποιείται με τη χρησιμοποίηση ενός καθιερωμένου, εκ των προτέρων, κώδικα. Μάλλον ισχύει το αντίθετο, ο λόγος εφευρίσκει συνεχώς νέα σχήματα και υπερβαίνει τα δεδομένα της καθημερινής εμπειρίας.

Μια χαρακτηριστική ιδιότητα του έργου είναι οι συνεχείς μετασχηματισμοί των δρώντων προσώπων. Έχουμε δηλαδή συνεχείς αλλαγές και της ταυτότητας, αλλά και της στάσης των χαρακτήρων. Είναι γνωστό ότι στη λαϊκή αφηγηματική παραγωγή ο ήρωας ξεκινάει από μια ευδαιμονική κατάσταση, η οποία ανατρέπεται και ένα πολύτιμο αντικείμενο χάνεται.  Ο ήρωας αναλαμβάνει δράση, συγκρούεται με τον αντίμαχο και τον νικά. Το ποθητό αντικείμενο επιστρέφει στην κατοχή του. Εδώ τα πράγματα συμβαίνουν διαφορετικά. Ο ήρωας περνάει από δοκιμασίες, εφαρμόζει διάφορα αφηγηματικά προγράμματα, αλλά το τέλος συνήθως είναι καταστροφικό. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με το μύθο της ανατροπής, ο οποίος ωστόσο λαμβάνει διαφορετικές μορφές στο έργο του Δουατζή.

Ας δούμε το πρώτο αφήγημα που επιγράφεται «Χωρίς σκιά». Ο αφηγητής είναι θυμωμένος με τον «Κωστάκη», τον παιδικό του φίλο, ο οποίος σε κάθε στιγμή της ζωής του τον ευεργετεί.  Στα παιδικά τους χρόνια λ.χ. του δίνει χρήματα για να αγοράσει γάλα ή αργότερα τον βοηθάει να απεμπλακεί από την εξάρτηση του αλκοόλ. Θα περίμενε κανείς λοιπόν ο αφηγητής να του οφείλει ευγνωμοσύνη. Η δική του αντίδραση ωστόσο είναι τελείως διαφορετική. Το ομολογεί ο ίδιος: «Όσο με φρόντιζες και μου έδειχνες αγάπη, τόσο σε μισούσα». Τα γεγονότα λοιπόν κρίνονται από δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Από τη μια η κοινωνική οπτική, που θεωρεί σωστές τις ενέργειες του «Κωστάκη» και από την άλλη η θέση του αφηγητή, ο οποίος πιστεύει ότι όλα αυτά δεν γίνονται  από αγαθή προαίρεση, αλλά για να επιβεβαιώνει  ο υποτιθέμενος φίλος του την καλή του εικόνα: «Απλώς με φρόντιζες για να επιβεβαιώνεις το εγώ σου». Το αποτέλεσμα είναι να τον μισεί θανάσιμα.   Αλλά δεν μένει μόνο εκεί. Περνάει από την δυσαρέσκεια στην επιθετικότητα: “Θυμάσαι που δεν προκρίθηκες στο διαγωνισμό για τη Διαβαλκανική Σύνοδο; Εγώ έβαλα και πάλι το χεράκι μου. Διοχέτευσα τάχα απόρρητες πληροφορίες, ότι ήσουν χρήστης και ενίοτε διακινητής ναρκωτικών και αν έπαιρνες τη δουλειά θα εξέθετες το υπουργείο”.

Τα γεγονότα συνεχίζονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά κάποια στιγμή ο παιδικός φίλος πεθαίνει και σύμφωνα με την επιθυμία του αποτεφρώνεται. Αλλά καθώς σκορπίζουν τη στάχτη του αυτή εισέρχεται στο σώμα του αφηγητή: «και η στάχτη σου, εσύ βρωμερό υποκείμενο, έφτασες στα σωθικά μου. Βαθιά στους πνεύμονες και το στόμα μου βρέθηκαν τα καμένα σου κύτταρα». Έτσι έχουμε μια αλλαγή ταυτότητας. Ο αφηγητής δεν είναι πια ο ίδιος. Αισθάνεται ότι μέσα στο σώμα του υπάρχει ένα άλλο σώμα. Αυτός ο διπλασιασμός έχει αρνητικές συνέπειες. Ο αφηγητής προσπαθεί να βρει ένα μέσο προκειμένου να γίνει και πάλι ένα ενιαίο εγώ, αλλά δεν το κατορθώνει. «Μπήκες στα κύτταρα μου. Και όσο και να βήξω, να φτύσω, να ξεράσω, εσύ είσαι εδώ». Αυτός ο μετασχηματισμός δηλώνει την τιμωρία του αφηγητή που δεν μπορεί πια να απαλλαγεί από το μισητό του σύντροφο. Είναι καταδικασμένος να τον κουβαλάει πάντα μαζί του. Έχουμε επομένως μια περίεργη σύνθεση: το θετικό συνυπάρχει με το αρνητικό.  Ο αφηγητής έχασε την ταυτότητά του. Είναι λοιπόν πολύ θυμωμένος και ξεσπάει: «Αλλά τι περιμένεις από ένα ανθρωπάριο χωρίς ίσκιο. Ούτε έναν ίσκιο δεν αξιώθηκες τόσα χρόνια. Κάθαρμα χωρίς σκιά.  Κάθαρμα ανίσκιο…». Η υποτίμηση του παιδικού φίλου συνεχίζεται. Δίπλα στο «Κωστάκη, που δεν γίνεται ποτέ στο κείμενο «Κώστας» προστίθεται και το λέξημα «ανθρωπάριο». Στη σκέψη του αφηγητή πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν έχει πραγματική υπόσταση, που του λείπουν τα πάθη και δεν μπόρεσε ποτέ να δει ότι στον κόσμο δεν υπάρχει μόνο το «καλό». Ο άνθρωπος είναι μια σύνθετη οντότητα. Σε μια τέτοια οντότητα μετασχηματίζεται ο αφηγητής με έναν τρόπο που ενέχει ωστόσο το στοιχείο του κωμικού και του απροσδόκητου. Ας μη ξεχνούμε πως και αυτός ήταν μονομερής. Και η μονομέρεια απορρίπτεται στο κείμενο.

Σε ένα παρόμοιο κλίμα πραγματικού και φαντασιακού, ονείρου και πραγματικότητας, κινείται και το δεύτερο αφήγημα «Η κούκλα». Ένας νεαρός φοιτητής δουλεύει για να ζήσει. Το αφεντικό του όμως τον τοποθετεί κοντά σε μια κούκλα. Αυτή όμως η άψυχη οντότητα μετασχηματίζεται στα όνειρά του και τον οδηγεί σε μια έξαρση σωματική. Για να απαλλαγεί από την παρουσία της την καίει, αλλά αυτή συνεχίζει εμφανίζεται στα όνειρά του, μόνο που τώρα είναι καμένη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο νεαρός αυτοκτονεί. Αυτή η βίαιη εισβολή του ονειρικού στην πραγματική ζωή δηλώνει την καθολική στέρηση του πρωταγωνιστή. Για να την καλύψει καταφεύγει σε υποκατάστατα, όπως είναι η κούκλα. Όταν όμως αυτή γίνεται ενοχλητική, την καταστρέφει· έτσι όμως η μοναξιά του γίνεται κυρίαρχη γι’ αυτό και αυτοκτονεί.

Στο αφήγημα «Το τραπέζι» έχουμε μια ιστορία που σε επίπεδο επιφάνειας ψυχαγωγεί τον αναγνώστη. Ο αφηγητής έχει ένα γείτονα το «Μήτσο». Ο Μήτσος έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει ένα πάρτι, αλλά διαπιστώνει ότι μεταξύ άλλων του λείπει και ένα τραπέζι. Το ζητάει λοιπόν από το γείτονά του. Το τραπέζι, για να χρησιμοποιήσουμε μια σημειωτική ορολογία, είναι για τον αφηγητή ένα πολύτιμο αντικείμενο γιατί είναι συνυφασμένο με τον τρόπο της ζωής του. Εκεί ακουμπάει τον καφέ του και σημειώνει τις «ιδέες» του. Η κατάντια ωστόσο του τραπεζιού στο σπίτι του Μήτσου είναι απερίγραπτη. Πρόκειται για μια πραγματική υποβάθμιση του ρόλου του. Tη διεκτραγωδεί ο ίδιος ο αφηγητής: φέρνει μεταξύ άλλων πάνω του «κακοτηγανισμένα τσιπς με χημικά αρώματα ρίγανης» και «σταγόνες λίπους από άκρως ανθυγιεινά κατεψυγμένα λουκάνικα». Το πολύτιμο αντικείμενο χάνει την λειτουργικότητά του. Τελικά όμως το πάρτι τελειώνει και ο αφηγητής ζητάει πίσω το τραπέζι του.  Ο Μήτσος όμως αδιαφορεί εντελώς και κωφεύει στην παράκληση του γείτονά του και στο τέλος του ζητάει και το λόγο:

[Αφηγητής:] – Θέλω τα πράγματα που είχα στο τραπέζι μου να πάρουν τη θέση τους, αφού βέβαια καθαριστεί το μάρμαρο του τραπεζιού, το οποίο είναι γεμάτο σκουπίδια.

[Μήτσος:] – Και γι’ αυτό στενοχωριέσαι; Φέρε τα δίπλα και τα βάζεις στο δικό μου τραπέζι που είναι καθαρό.

[Αφηγητής:] – Δεν θέλω το τραπέζι σου ρε, ούτε το δικό μου, ούτε τις καρέκλες μου, ούτε να σε έχω γείτονα, ούτε να σε ακούω, ούτε να σε βλέπω, ούτε να ακούω την άθλια συλλογιστική σου, ούτε τις συμβουλές σου περί καναπέ, ούτε την βοήθεια σου για καλώδιο, ούτε να ξανακάνεις πάρτι και να τσακιστείς να φύγεις από μπροστά μου πανάθλιε γείτονα, που να με πάρει ο διάολος.

[Μήτσος:] – Συγνώμη, αλλά γιατί φωνάζεις; Εγώ σου χτύπησα την πόρτα πρωϊνιάτικα;

 

Έχουμε εδώ δύο δρώντα πρόσωπα, τον Μήτσο και τον γείτονά του, αλλά και ένα τρίτο στοιχείο, το τραπέζι. Αυτό είναι τελικά το στοιχείο εκείνο που εκτρέπει τη συζήτηση και καθιστά την επικοινωνία αδύνατη. Ο αναγνώστης ασφαλώς θα χαμογελάσει με την «παράξενη» συμπεριφορά το Μήτσου που αδιαφορεί για τα πάντα. Αλλά πίσω απ’ αυτή την χαριτωμένη ιστορία κρύβονται νύξεις για θέματα ιδιοκτησίας καθώς και για τον σύνδεσμο με άψυχα πράγματα, αλλά σημαντικά για τον ιδιοκτήτη τους. Το αφήγημα παραπέμπει σε μια κοινωνία στην οποία λείπουν οι καλοί τρόποι και η ευγένεια. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μη-επικοινωνίας. Παραφράζοντας τη σκέψη του Lacan, μπορούμε να πούμε ότι δύο είδη τρέλας παραμονεύουν την ανθρωπότητα σήμερα: από τη μια μεριά, η σχιζοφρένεια, η έξαρση της ολικής ελευθερίας στην επικοινωνία, που τελειώνει στη μη-επικοινωνία· από την άλλη μεριά, ο εντελώς κοινωνικοποιημένος επαναληπτικός λόγος, το “μιλάς, μιλάς, αυτό είναι το μόνο που ξέρεις να κάνεις” του queneau. Και εδώ ο Μήτσος μιλάει, αλλά ο λόγος του δεν έχει καμιά κατεύθυνση και κανένα προσανατολισμό. Και αυτό είναι μια άλλη μορφή έλλειψης επικοινωνίας. Και να σκεφθεί κανείς ότι όλα αυτά συμβαίνουν σ’ ένα κόσμο που κατακλύζεται από μηνύματα και πληροφορίες. 

Το αφήγημα «Η Αναχώρηση» θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένας χάρτης συναισθηματικότητας. Γίνεται λόγος εδώ για το θάνατο της μάνας, μιας μυθικής μορφής στο κείμενο του Δουατζή. Ο επικείμενος θάνατός της σηματοδοτεί τη συναισθηματική αφύπνιση του αφηγητή: «Ένιωσα όπως κάποιος που βρίσκεται στο Διάστημα […] και τον επαναφέρουν με άκρα βιαιότητα στη γη». Αυτή η τροποποίηση της κατάστασης είναι όχι μόνο η προϋπόθεση της πορείας πάθους, αλλά είναι επίσης «η υπογραφή της» και ο μόνιμος δείκτης της. Στη συνέχεια το συγκινησιακά φορτισμένο υποκείμενο είναι σε θέση να φανταστεί αντίστοιχα σχήματα συναισθηματικού δεσίματος. «Έφυγε η μάνα οριστικά. Όσο και να το έχεις πάρει απόφαση, πονάει. Και οδηγεί σε αναπολήσεις. Δεν ξέρω γιατί, αλλά θυμάμαι πάντοτε την εικόνα: Εκείνη καθισμένη με μια μακριά καφέ ρόμπα, εγώ παιδί, όρθιος δίπλα της κι αυτή γειρτή προς εμένα να μου χαϊδεύει το κεφάλι».

Θα ακολουθήσει η συγκίνηση που σχετίζεται με δυο διαφορετικές φάσης της ζωής της μάνας. Η πρώτη έχει σχέση με ενδυματολογικούς κώδικες: «Όμορφη που ήταν η μάνα με τα πλουμιστά της φορέματα με Παρισινά υφάσματα!» και η δεύτερη με την τελική της κατάρρευση: «Από τη δυναμική σιγουριά της περπατησιάς μιας νέας με μπόλικη φιλαρέσκεια, να φτάνει στο αβέβαιο, φοβισμένο για το επόμενο βήμα, βάδισμα της ηλικιωμένης. Και σύντομα, πολύ σύντομα, να φτάνει στο βάδισμα της γριάς γυναίκας, η οποία χωρίς συνοδεία έτρεμε να βγει από το σπίτι της». Έχουμε μια συνεχή συσχέτιση του τότε και του τώρα. Της θελκτικότητας και της αδυναμίας. Της έλξης και της άπωσης σε επίπεδο σωματικό. Εκείνο όμως που είναι κυρίαρχο στο αφήγημα είναι η μυστική συνομιλία μάνας και γιου. «Τη βλέπω. Όσο μπορώ παραμορφώνω τη σημερινή εικόνα της για να φτάσω σε αυτό που ήταν κάποτε. Σε αυτό που ξεχείλιζε ζωή. Την ακούω να μιλάει. Σε βεβαιώνω, την ακούω που συνεχίζει τον μονόλογο».

Το χαρακτηριστικό όμως γνώρισμα του κειμένου είναι η αξιοθέτηση της σχέσης μάνας, παιδιού. Φθάνοντας στο τέλος της πορείας του, ο αφηγητής έχει τη δυνατότητα να εκδηλώσει, για τον εαυτό του και για τους άλλους, τη συναισθηματική κατάσταση που βίωσε. Γνωρίζει ότι το πένθος που συνοδεύεται από ένα υπερβολικό πόνο θα δημιουργούσε την υποψία ότι είναι ψεύτικο. Ο αφηγητής αποκαλύπτει τις αξίες επάνω στις οποίες βασίζεται η τελική του αναγνώριση της προσφοράς της μάνας: «Δεν θυμάμαι να ζήτησε ποτέ κάτι. Η αυταπάρνηση ήταν ταυτόσημη με την παρουσία της. Έδινε συνεχώς και υπήρχε αρχοντικά μέσα από αυτήν τη διαδικασία». Έτσι η μάνα αξιολογείται θετικά. Αποτελεί μια μορφή που πέρα από τη συγκίνηση που προκαλεί στον αφηγητή, εκφράζει μια πλησμονή που υπερβαίνει το καθημερινό και το τετριμμένο. Ίσως συνεχίζει και τώρα να δίνει. Έτσι, ο συναισθηματικά φορτισμένος αφηγητής μπορεί να απαιτήσει το «δικαίωμα» να ζήσει την απώλειά της με τον δικό του τρόπο, αντιλαμβανόμενος πλήρως το ιδιαίτερο «νόημα» που αυτή δίνει στη ζωή του.

Το επόμενο αφήγημα φέρνει τον τίτλο «Ελένη» και διηγείται μια ερωτική περιπέτεια. Το περιεχόμενο της είναι σύντομο. Ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιόνται. Βιώνουν την ένταση του έρωτά τους και χωρίζουν χωρίς να ξανασυναντηθούν πάλι.  Σε επίπεδο βάθους όμως σημασιοδοτούν μια ερωτική πληρότητα. Τα αφηγήματα της πληρότητας σπάνια είναι ευτυχή αφηγήματα. Έχουμε το χωρισμό των δυο ηρώων, αλλά ο αφηγητής ξέρει να ξεχωρίζει το στοιχείο εκείνο που δίνει μια διαφορετική διάσταση στα πράγματα. Και αυτό είναι η ουσιαστική ένωση ενός άντρα και μιας γυναίκας που υπερβαίνει το συνηθισμένο και το τετριμμένο. Αυτό είναι τελικά το κέρδος. Οι δυο πρωταγωνιστικές μορφές προσφέρουν στον εαυτό τους ένα ξεχωριστό ερωτικό δώρο.

Κορυφαία στιγμή στην Άλλη λέξη αποτελεί το αφήγημα «Το νόμισμα».  Πρωταγωνιστικές μορφές, ο Νίκος Γεωργίου που συνταξιοδοτήθηκε πριν λίγα χρόνια ως ανώτατο στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας και ο βιβλιοπώλης Γεώργιος Νικολάου. Η συνάντηση των δυο αυτών προσώπων γίνεται τυχαία. Ο πρώτος για να προστατευθεί από τη βροχή καταφεύγει στο βιβλιοπωλείο του δευτέρου. Ο βιβλιοπώλης δεν βλέπει θετικά την έλευση του Νίκου Γεωργίου. Ξέρει ότι δεν θα ψωνίσει και όλα έγιναν για να αποφύγει τη βροχή.  Ο αναγνώστης θα διερωτηθεί τι κρύβουν αυτοί οι δυο τύποι, πέρα από τα τυπικά τους χαρακτηριστικά. Η πρώτη παρατήρηση είναι καίρια. Τα ονόματά τους αποτελούν αντιστροφή το ένα του άλλου. Η αντίθεσή τους λοιπόν ξεκινάει από την ονοματοθεσία. Ταυτόχρονα και οι δυο τους βλέπουν τον εαυτό τους από διαφορετική οπτική γωνία. Αυτή την οπτική γωνία την ονομάζει το κείμενο «άλλη ματιά». Να πως παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Πρώτα μιλάει ο Νίκος Γεωργίου και μετά ο Γεώργιος Νικολάου.  

“Αγαπητέ κύριε Γεωργίου η άλλη ματιά, αυτή στον εαυτό μου, βλέπει ένα πολυσήμαντο ον, μοναδικό. Με ένα εγώ, που ξεχειλίζει και δεν χωράει στο σώμα μου.

Η άλλη ματιά στον εαυτό μου, βλέπει έναν απειροελάχιστο κόκκο. Ίσα που τον βλέπω. Ένα πραγματάκι με οριακώς ορατά μέλη, που κινούνται αστεία”.

Έχουμε εδώ την προσπάθεια του συγγραφέα να επιλέξει τα πρόσωπα του έργου του και να τα παρουσιάσει κάτω από έναν ιδιαίτερο φωτισμό. Η διαπίστωση είναι άμεση· πρόκειται για δυο διαφορετικά πρόσωπα με αντιθετικές ιδιότητες. Ο πρώτος αντιπροσωπεύει το παν, ο δεύτερος το τίποτε. Ο Γεωργίου αξιοθετείται θετικά και ο Νικολάου αξιοθετείται αρνητικά. Επομένως οι πορείες τους είναι κλειστές και σταθερές και κάθε στάδιο είναι προβλέψιμο εκ των προτέρων. Επομένως αναλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ρόλο που είναι στερεότυπος και η όλη δράση τους θα κινείται γύρω απ’ αυτό το πλαίσιο. Αλλά η έλλειψη ουσιαστικής δράσης μας υποχρεώνει να χαρακτηρίσουμε τα δυο αυτά δρώντα πρόσωπα ως μη-υποκείμενα. Το μη-υποκείμενο μπορεί μόνο να υποδηλώνει: δεν έχει καμία πρωτοβουλία, υπό την έννοια ότι μπορεί μόνο να ακολουθήσει τις καθιερωμένες εκ των προτέρων πορείες του.

Εκείνος όμως που έχει μια ανοικτή πορεία και μια ικανοποιητική ελευθερία ελιγμών είναι ο Αρλεκίνος: «ντυμένος με τα πολύχρωμα κουρέλια του και με το χαρακτηριστικό καπέλο με τις μύτες και τα κουδουνάκια στην άκρη τους. Έρχεται από τον δέκατο έκτο αιώνα. Λέγεται ότι είναι απόγονος των δούλων του δικού μας, του Αριστοφάνη». Ο Αρλεκίνος μάλιστα αποκτά και μια ιδιαίτερη ιδιότητα. Δεν υποτάσσεται πια στη λογική του συγγραφέα, αλλά στέκεται απέναντι του και προβάλλει τις δικές του απαιτήσεις. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που το παρατήρησε ήδη ο Μπαχτίν. Την ίδια αυτονομία θα αποκτήσουν και οι δυο ήρωές μας που θα σταθούν απέναντι στο συγγραφέα:

– Δηλαδή, θα διορθώσουμε τον συγγραφέα;

–  Όχι ακριβώς κύριε Νικολάου. Τις εκδοχές μας θα δώσουμε. Φοβάστε μήπως μας καταργήσει ο συγγραφέας ή μας υποβαθμίσει στο αφήγημα;

– Στο χέρι του είναι. Μπορεί και να μας ξεχάσει τελείως. Από την άλλη, ίσως από τη στιγμή που μας κατασκεύασε, να τον οδηγούμε εμείς.

Είναι η ξεχωριστή εκείνη στιγμή όπου τα δυο αυτά δρώντα πρόσωπα αποκτούν μια ιδιότητα: δύνανται να κάνουν (ικανότητα), μπορούν δηλαδή να αναπλάσουν, να δώσουν τη δική τους εκδοχή για την ιστορία της κούκλας. Τι έχει πράγματι συμβεί; Ο Αρλεκίνος τους μετέφερε στο παζάρι «στην καμάρα της Ιεράς Οδού, που γεμίζει από ρακοσυλλέκτες και πραμάτειες, οι οποίες φαντάζουν άχρηστες, αλλά κρύβουν μέσα τους τη  χρησιμότητα των αναμνήσεων, των επιστροφών». Εκεί γύρω από μια κούκλα δίνονται διαφορετικές εκδοχές για το ποια θα έπρεπε να είναι η ιστορία της και πώς θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι αντικρίζοντας της και τι θα έκανε ο ρακοσυλλέκτης πωλητής.

Έχουμε εδώ και πάλι την εμφάνιση της άλλης ματιάς, της διαφορετικής οπτικής γωνίας και σε τελευταία ανάλυση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η τέχνη. Γιατί ο Αρλεκίνος μας παραπέμπει συνειρμικά στη λειτουργία της τέχνης και μάλιστα στη θεατρική της εκδοχή. Ειδικότερα μάλιστα ο χώρος του παζαριού παίρνει την ειδική σημασιοδότησή του: «Ένας ολόκληρος θίασος. Απλωμένος στην καρδιά της πόλης, της χώρας».

Η τέχνη λοιπόν δεν βλέπει τα πράγματα μονοσήμαντα, άλλα υπερβαίνει την μοναδικότητα με την πολλαπλότητα, με τις πολλές εκδοχές του ίδιου πράγματος και για τον λόγο αυτό αντέχει στον χρόνο.  Σ’ αυτή τη λογική δεν εμπίπτουν οι Νικολάου, Γεωργίου.  Αντιπροσωπεύοντας δυο διαμετρικά αντίθετες μορφές, αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: το μηδέν και το άπειρο. Αλλά η τέχνη δεν ενδιαφέρεται για τέτοιες μονοσήμαντες κατηγοριοποιήσεις και «φαιδρώ τω πρόσωπω», θα λέγαμε, τους ενσωματώνει σ’ ένα νόμισμα που καταλήγει σε μια σχάρα υπονόμου. Η παντοδυναμία της τέχνης, το εκπληκτικό και το θαυμαστό, το υπερρεαλιστικό και το παιγνιώδες συνυπάρχουν εδώ.

Το αφήγημα «Το βλήμα» μας παραπέμπει στην περίοδο των Δεκεμβριανών και του εμφυλίου. Εκεί ο αφηγητής δέχτηκε ένα βλήμα στο στήθος του που το έχει ως τώρα που πεθαίνει. Διηγείται την ιστορία στον γιο του και του ζητά να διατηρήσει αυτό το βλήμα μετά την εκταφή του. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την απαίτηση αυτή υπερβολική, αλλά τα πράγματα δε συμβαίνουν έτσι. Το βλήμα αποτελεί το σημάδι, την ένδειξη ότι ο αφηγητής ήταν και αυτός εκεί. Έλαβε μέρος δηλαδή στον αγώνα του λαού για την ελευθερία.  Δεν θέλει επομένως να χαθεί η μνήμη αυτή.

Από την άλλη μεριά διηγείται στον γιο του τον θάνατο του αδελφού του που έγινε κάτω από άγνωστες συνθήκες. Ο αδελφός του ήταν αντάρτης και καπετάνιος στον ΕΛΑΣ. Βρέθηκε νεκρός υπό μυστηριώδεις συνθήκες.  Ο αφηγητής διερωτάται για το ποιος έφταιξε γι’ αυτό, οι αριστεροί ή οι δεξιοί; Βρισκόμαστε λοιπόν σημειολογικά μπροστά στη λύση ενός δύσκολου προβλήματος. Η απάντηση δεν βρίσκεται στο κείμενο. Εμμέσως πλην σαφώς ο αφηγητής καλεί τον αναγνώστη να λύσει το πρόβλημα. Αυτό το παιγνίδι του γνωρίζω δεν γνωρίζω, πιστεύω δεν μπορώ να πιστέψω είναι από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του αφηγήματος.

Το τέλος όμως, είναι εξίσου θαυμαστό. Ο πομπός-γιος δεν μιλάει. «Το μόνο που κάνεις, λέει ο αφηγητής, είναι να κουνάς το κεφάλι και να λες χιλιάδες λέξεις με το βλέμμα».

Το αμφίσημο βλέμμα του νεαρού, η άρνησή του να μπει στην προβληματική μιας παλιότερης εποχής είναι ίσως ένα κυρίαρχο θέμα του αφηγήματος. Η λύση ενός παλιότερου προβλήματος στις σημερινές συνθήκες, όπου τα πάντα έχουν αλλάξει, δεν είναι εφικτή. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μεταδίδεται το μήνυμα. Αυτό λειτουργεί από μόνο του, γιατί διαφορετικά μια ολόκληρη εποχή αγώνων, θυσιών και συγκρούσεων θα περιέλθει στο χώρο της λησμονιάς. Η γνώση είναι τελικά λυτρωτική.

Χαριτωμένος είναι «Ο μονόλογος του Λου». Εδώ ο Δουατζής ανοικειώνει τα πράγματα, όπως θα έλεγαν οι Ρώσοι φορμαλιστές. Τους δίνει δηλαδή μια καινούρια, μια διαφορετική μορφή. Έτσι αφηγητής δεν είναι ένας άνθρωπος, αλλά ένας σκύλος, ο Λου.  Ο Λου λοιπόν, περιγράφει τη μοναξιά του αφεντικού του από την έλλειψη του αγαπημένου προσώπου. Δεν μπορεί να καταλάβει πώς δυο άνθρωποι, που μπορούσαν να συνυπάρξουν σ’ ένα κοινό βάδισμα και σ’ ένα κοινό προσανατολισμό, προτιμούν την απόκλιση από τη σύγκλιση. Τελικά ο Λου έχει περισσότερη ευαισθησία και περισσότερο μυαλό και μπορεί να συλλάβει το βάθος της στέρησης. Αυτός τελικά εύχεται, ελπίζει, φαντάζεται, προσδοκά την επανένωση. Δεν πιστεύει στις διαζεύξεις, αλλά στις συζεύξεις. Υποθέτω πως ο αναγνώστης είναι με τη μεριά του, γιατί δεν μπορεί και αυτός να αντιληφθεί τον παραλογισμό της έλξης που γίνεται απώθηση και πόνος.

Το τελευταίο αφήγημα «Η πείνα» είναι χαρακτηριστικό για την ελλειπτικότητά του. Μέσα σε λίγες γραμμές ο αφηγητής δίνει μια συγκλονιστική εικόνα της τραγικότητας της έλλειψης φαγητού που παραπέμπει σε ένα διαρκές μαρτύριο. Ασφαλώς οι συσχετισμοί με το σήμερα είναι εμφανείς. Αλλά ενώ θα περίμενε κανείς ο ήρωας να παραιτηθεί και να υποταχθεί στη μοίρα του, αυτός είναι θυμωμένος και οργισμένος και ο θυμός εδώ ενέχει το σπέρμα της ανατροπής μιας κατάστασης που φαίνεται εδραιωμένη, άλλα ήδη έχουν φανεί τα πρώτα σημάδια της ανατροπής της. Τελικά η μυθολογία της ανατροπής έχει πολλαπλές όψεις στο έργο του Δουατζή.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι στην Άλλη λέξη θα συναρτήσουμε το υπερρεαλιστικό στοιχείο να συνυπάρχει με τις καταστάσεις του πάθους, το γκροτέσκο, το θαυμαστό και το απροσδόκητο. Η στέρηση, αλλά και η ερωτική πλησμονή εμφανίζονται εδώ. Η έννοια της τέχνης στις πολλαπλές της διαστάσεις εμφανίζεται ως κυρίαρχο στοιχείο. Έχουμε, αν θέλετε, μια εκ βάθους εξομολόγηση του συγγραφέα, ο οποίος μας προσκαλεί στο εργαστήριό του για να μας μιλήσει για την τέχνη του και τον εαυτό του ως οντότητα λογοτεχνική. Ταυτόχρονα μέσα από την οπτική του Λου θα μιλήσει για την ασίγαστη ανάγκη της επικοινωνίας και της εξάλειψης του ερωτικού κενού.

Το έργο έχει μια σημαντική πρωτοτυπία. O Δουατζής καλεί τον αναγνώστη του να αρνηθεί όλα αυτά που ξέρει για τα αντικείμενα και τον χώρο, για τους ανθρώπους και τη δράση τους. Μας καλεί να αρνηθούμε τις κατεστημένες ιδέες μας για την τέχνη και να υπερβούμε τις καθημερινές μας εμπειρίες. Έτσι θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε και να αναδημιουργήσουμε τις μυστικές ισοδυναμίες μεταξύ των πραγμάτων. Αυτή είναι η άλλη ματιά του Γιώργου Δουατζή που βλέπει από μια άλλη οπτική γωνία τον κόσμο, τον χώρο και τη δράση των ανθρώπων. Έτσι δικαιολογείται και ο τίτλος Η άλλη λέξη, η καινούρια πρόταση στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι.

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis