12 Nov 2020

Προς δέκα επιστολή – Ομιλία του σκηνοθέτη Βασίλη Μαζωμένου

0 Comment

Ομιλία του σκηνοθέτη Βασίλη Μαζωμένου στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Δουατζή «Πρός Δέκα Επιστολή” στο Πολιτισμικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2001

Η έννοια της επιστολής προϋποθέτει μια απουσία. Ο έγγραφος λόγος αποστέλλεται στον απόντα αποδέκτη. Στο έργο των Γ. Δουατζή και Μ. Αμάραντου η απουσία δεν επεκτείνεται αλλά ακυρώνεται καθώς το μήνυμα παίρνει το χαρακτήρα θεατρικής κραυγής και τα πρόσωπα, φθαρμένα και φοβισμένα από την ανάσυρσή τους, καθρεφτίζονται απατηλά.

Η σχέση του Δουατζή με την ανθρώπινη εικόνα ακολουθεί, έστω και άθελα της, την πατερική ρήση: «πρώτα αγαπάς το πρόσωπο και μετά το γνωρίζεις». Αυτή η απόδοση αγάπης εξελίσσεται σε ένα παίγνιο μνήμης, αφού τα πρόσωπα ανασύρονται από το συλλογικό ασυνείδητο και ενσαρκώνονται κάθε φορά διαφορετικά. Βαπτίζονται με ονόματα – σύμβολα, χωρίς επίθετα. Άλλωστε το επίθετο είναι ένα από τα στοιχεία της ασημαντότητας μας.

Οι «έρωτες» του Δουατζή προσφέρουν στο ζωγράφο Αμάραντο την αφορμή να ακολουθήσει την παράδοση των πορτραίτων. Πρόσωπα – μνήμες που προσποιούνται ότι υπάρχουν και που και που, όσο τα παρατηρείς, νοιώθεις να σου ψιθυρίζουν δυο – τρεις ακατανόητες λέξεις μιας χαμένης γλώσσας. Τα πρόσωπα αυτά ανασταίνονται μέσα από τις επιστολές, δημιουργώντας μια διαλεκτική λόγου – εικόνας που συνορεύει αρχετυπικά με τον κινηματογράφο. Όμως αυτές οι μορφές δεν έχουν τίποτα το ιστορικό. Παρουσιάζονται στο θέατρο της καθημερινής ζωής ως ρόλοι και ξεπερνούν τη σχηματοποίηση τους αναζητώντας το Αιώνιο. Αυτό είναι και το στοίχημα του Δουατζή. Παλεύει, με μια ιδιαίτερη γραφή, να νικήσει τη ματαιότητα επανακαθορίζοντας τη σχέση του με το Χρόνο.

Ανάμεσα στη δημιουργία και στην έκδοση των επιστολών περικλείεται η ιδέα ενός δράματος που δεν επαναλαμβάνεται και εκτυλίσσεται μια φορά μόνο για τους δημιουργούς του. Ο Δουατζής βγαίνοντας μέσα από ιδέες και έννοιες που η μεταμοντέρνα κυριαρχούσα ιδεολογία ονομάζει παρωχημένες, εξακολουθεί να υποστηρίζει, δυναμικά, τους εκπεπτωκότες του κόσμου. Δημήτρης, Κατερίνα, Φοίβος, γίνονται σύμβολα της πτώσης, μιλούν την ίδια γλώσσα, χωρίς μέχρι να «εμφανιστούν» να έχουν συνείδηση των δεσμών που τους ενώνουν.

Ο Δουατζής, με τη συνδρομή του Αμάραντου, γίνεται οργανωτής αυτής της συνύπαρξης με στόχο αυτό που επαγγέλλεται αλλά ταυτόχρονα είναι μέρος της ύπαρξης του: την επικοινωνία. Σαν να λέει ο Δουατζής:

  • Ο λόγος μας βοηθά να συντρίψουμε το φόβο.
  • Πριν το τέλος κάθε σχέσης εμφανίζεται η κορύφωσή της.
  • Πεποίθηση μου ότι τα πρόσωπα ανασταίνονται και άρα τίποτα δεν χάνεται.
  • Ελπίζω ότι μετά το λόγο, πάλι ο λόγος θα είναι κυρίαρχος.

Ταυτόχρονα οι επιστολές υπενθυμίζουν την πίστη του Δουατζή στη ζωή. Υπάρχουν υμνητικές αναφορές, ως μια παρακαταθήκη στις γενιές που ακολουθούν και με τις οποίες ο συγγραφέας είναι ήδη φίλος. Δεν συμβουλεύει, προτρέπει. Τον Δουατζή δεν τον τσάκισε όπως πολλούς άλλους, φίλους και μη, η ήττα της Αριστεράς. Στην περίπτωσή του λειτούργησε αντίστροφα. Όσο έβλεπε το Σύστημα να μεταλλάσσει ζωές, ανθρώπους, αξίες, τόσο πάλευε με τον εαυτό του να ρίχνει τις μάσκες, πρώτα απ’ όλα τη δική του, να ξεγυμνώνει και να ξεγυμνώνεται δημόσια, να σέβεται και ταυτόχρονα να ασεβεί. Να στρέφει το ενδιαφέρον του στις πραγματικές ανάγκες κι όχι σε αυτές που το Σύστημα εμφανίζει ως πραγματικές, επεκτείνοντας την αλλοτρίωση. Ταυτόχρονα, η δική του θρησκεία είναι ο Έρωτας, σαν ένας διαρκής ύμνος που φτάνει στην αγιοσύνη. Μικρές χαρές της ζωής γίνεται το υλικό μάχης του απέναντι στους «δικτάτορες του πολιτισμού» μας, στους κατέχοντες τη γνώση, την υψηλή τεχνολογία, το χρήμα…Και η φύση πάντα παρούσα ως το καταφύγιο του.

Οι επιστολές του Δουατζή δεν φλερτάρουν με την ηρεμία. Διαπνέονται από το ανήσυχο τρέμουλο κάθε συνείδησης που κατανοεί ότι η κρίση του κόσμου δεν αναγνωρίζεται μόνο στον μακρόκοσμο της Ιστορίας, αλλά και στον μικρόκοσμο της ψυχής. Χρησιμοποιεί έτσι τις λέξεις μικροσκοπικά, τολμώντας μέσω αυτού να εκτεθεί. Γιατί κάθε δημόσια εξομολόγηση είναι μια έκθεση του βαθύτερου και παλλόμενου στοιχείου της ύπαρξης μας. Ίσως γιατί το παιχνίδι για την εύρεση της Αλήθειας, που για πολλούς είναι μεταφυσική πολυτέλεια, για το Δουατζή γίνεται τρόπος ζωής. «Να αποτινάξεις μάσκες και ψεύτικες ενοχές», λέει ο ίδιος, οξύνοντας τη σύγκρουση του με τη μικροαστική ηθική, που έχει επικαθίσει πάνω στον πολιτισμό μας. Ξέρει καλά ο συγγραφέας ότι πρέπει να γυρίσει… πίσω για να βρει το Ήθος, που είναι εσωτερική ανάγκη κι όχι σύνολο κανόνων που επιβάλλονται.

Όλοι όσοι αναζητούν τον Άλλο, γράφουν στους απόντες, αδιάφοροι αν λάβουν απάντηση. Άλλωστε το πρόσωπο ενσαρκώνεται και γίνεται ομορφότερο όταν δεν απαιτείς από αυτό. Τότε σε αναζητεί και αποφασίζει να υπάρξει μέσα από σένα. Η λατρεία του εικονοποιείται μόνο όταν αγαπηθεί αληθινά και δεχτεί την προσφορά σαν μύχιο πόθο του φορέα της αγάπης. Ο Δουατζής υιοθετεί την απόσταση, την απουσία, την έλλειψη για να τις ακυρώσει. Μεθάει με τα πρόσωπα και έτσι ξεπερνάει τη φαντασιακή τους υπόσταση. Ταυτόχρονα, τα αμφισβητεί, γνωρίζοντας ότι η γλυπτική, τέχνη οικογενειακά συγγενής του, είναι μια τέχνη ανολοκλήρωτη. Ακόμα κι όταν σμιλεύεις λέξεις. «Ο πατέρας» γράφει «έφυγε οριστικά». Και άλλωστε πώς να τον σχηματίσεις, αφού «σαν τον άγγελο γυρίζει πάνω από το γκρεμό», θα συμπληρώσει ο νομπελίστας ποιητής.

Ο Αμάραντος, με τη σειρά του, πετυχαίνει να ανατρέψει την παγίδα της αναπαραστατικής ζωγραφικής και να ζωγραφίσει μνήμες. Αποτυπώνει στα πρόσωπα την ανάσυρσή τους από το μη Είναι στο μη Είναι Ακόμη, στον ου- Τόπο που είναι εν δυνάμει νέος Τόπος. Πρόσωπα – τοπία, γοητευτικά και σκληρά μαζί, συνθέτουν ένα «μυστικό δείπνο». Ο Αμάραντος ζωγραφίζει με λογική του γενέθλιου χώρου της Μεσογείου και αξιοποιεί γραμμές, χρώματα, καταφέρνοντας έτσι να υπενθυμίσει ότι τα υλικά του παρελθόντος είναι εξίσου μοντέρνα, όταν τα αξιοποιείς με γνώση και αγάπη κι όχι ως στοιχεία τεχνικής επίδειξης.

Τα ανθρώπινα τοπία των Δουατζή και Αμάραντου μοιάζουν με τα φυσικά τοπία της Μάνης. Για όσους έχουν επισκεφτεί αυτήν την πλευρά της γης, καταλαβαίνουν ότι το Απόλυτο δεν είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Είναι φυσική συνέχεια. Ο συγγραφέας και ο ζωγράφος κάθισαν στην άκρη των βράχων. Πίσω τους, ξερό και άνυδρο, το βουνό. Μπροστά τους το γαλάζιο της Μεσογείου. Και στο βλέμμα τους «περισυλλογή και θλίψη». Τα βλέπουμε τα πρόσωπα σας Μιχάλη, Γιώργο. Οδηγούν το ένα το άλλο σε αυτήν τη μυστική πομπή πάνω στο λόφο. Γυμνά τη νύχτα «θα φτάσουν στη μητρώα στέγη». Το σκοτάδι της θα το φωτίσει η ύπαρξή σας.

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis