23 Oct 2020

Το κόκκινο κασκόλ – Σταύρος Σταμπόγλης

0 Comment

“Τότε ήταν που χρειάστηκε
να πατήσω γερά στη δύναμη μου
κι έγινα ο ταπεινότερος των ανθρώπων”

«Το κόκκινο κασκόλ». Σημαίνει απλή γραφή. Ταπεινή. Αλλά το ταπεινό της ελληνικής γλώσσας μοιάζει με το  θρόισμα του πεύκου. Στάζουν ψίθυρο και  αλάτι οι σελίδες. Ο αναγνώστης θα φτάσει εύκολα  πίσω από τις  λέξεις. Ο ίδιος ο ποιητής τραβά  τις κουρτίνες και το παράθυρο είναι ανοικτό. Τοπίο  για όλους. Εδώ στίχοι και στροφές σημαίνουν  αιώρηση, οδύνη, εξόρυξη, ευθύνη, κάθαρση ,  ανάσα,  κατάδυση, παρηγοριά, αμφιβολία, ανασύνθεση. Μπορείς ν΄ ακουμπήσεις  το ακατόρθωτο  μαζί με τον ποιητή. «Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν/ Εκείνος έφτιαχνε σκάλες με στίχους/ ως τον ουρανό πανύψηλες/ Και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν  ανάμεσα τους/ να μοιράζει φωτοστέφανα στους αδύνατους». Το κασκόλ δεν  κρύβει απλά μια ανάσα που αιμορραγεί,  είναι  ένας συμβολισμός, μια παντιέρα,  που υποδηλώνει το αναπόφευκτο του πλήγματος,   την αναγκαιότητα της  συντριβής. «Και πώς να  τους πείσω ότι το κόκκινο που έβλεπαν δεν ήταν του κασκόλ…».  Εγώ, ο αναγνώστης, ένα μικρό μπαλόνι, προσδένομαι κι ακολουθώ το αερόστατο  που μεταφέρει την σκέψη, την ψυχή αν θέλετε,  του Γιώργου Δουατζή. «Μόνον αλίμονο/  σε κείνους που δεν γεύτηκαν ούτε τον μικρότερο στίχο/  αγνοώντας ότι η ποίηση χωράει όλες τις πληγές».   Κι ύστερα είναι οι απουσίες και οι απώλειες. Παρούσες με τη σιωπή τους. Κατάσταση καθώς αγγίζονται τα σύννεφα κι  ανάβουν. «Και ο καθρέφτης σίγησε/ σαν μια πόρτα που την χτυπάει ο άνεμος/ και δεν βγαίνει ήχος κανείς…», ή κάπου πιο κάτω, «Και μην ξεχάσεις/ οι καθρέπτες ήταν πάντοτε απαιτητικοί/ Ως εύθραυστοι ίσως».

Κι αν χρειαστεί, παρά την οδύνη για τις απώλειες, γίνεται ξανά τρυφερός από έρωτα βαθύ. Σαν αιλουροειδές  χαϊδεύει τις αφές μας. «Και στην αδυναμία μου να ταιριάξω τα χρώματα, έμαθα να περιμένω τη βροχή για να δω το αγκάλιασμα τους στο ουράνιο τόξο. Έτσι χρωμάτισα το πορτραίτο σου». Ναι,  φεύγω  από  ποίημα σε ποίημα.  Συλλέγω στις σελίδες σαν διψασμένο έντομο. Γεύομαι τη διαφορετικότητα. Έτσι αποκαλύπτω και κατανοώ αυτό  που ορίζεται ήδη από την πρώτη στροφή τού πρώτου ποιήματος, «Τη θρησκεία μου ονόμασαν Ποίηση/ Εκεί δεν έχει θεούς παρά μόνο πίστη». Κάποια στιγμή  οσμίζεσαι  το μυστικό καύσιμο   που τροφοδοτεί   τη φωτιά. Είναι η θέληση και η  προσπάθεια να μην μείνει κανείς μόνος. Είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον. Αν θελήσουμε οι αφές μας  γίνονται πληρότητα. «…Τότε, πιο καθαρός από καθαρός ο λόγος μου/ για να μπορέσει να συναντηθεί με τον άλλο/ και να μην πέσει στο απόλυτο κενό». Είμαστε ένα, παρά τις διαφορές. Είμαστε η απεραντοσύνη, το ουσιώδες ανάμεσα,  καθώς  ακουμπάμε  στους ορίζοντες· για όποιον βέβαια συνομολογεί με τον ποιητή, εν ιδιοτροπία  βρισκόμενος,  «…όπως μπαίνει στη ζωή το δίκιο/ που φτιάχνουν οι ανάγκες/ ή/ όπως μπαίνουν στην παραξενιά οι ποιητές/ που μεθούν από χαρά/ όταν μοιράζονται τα προϊόντα της θλίψης τους». Συχνά μπορείς να νοιώσεις πως στο Κόκκινο κασκόλ  βρίσκεται καλά χωνεμένος ο ελληνικός  λόγος. Τελειώνω με μια στροφή  ακόμα… «Μη με παρεξηγείτε που πάντα βρίσκω έναν τρόπο να χάνομαι/ αλλά πόσο πιο σοβαρά να  εκτραπώ στα ιδιοτελή παιχνίδια μου/ όταν η γνώση του ανθρώπινου πόνου δεν μου επιτρέπει/ να μπω στην τρέλα της οργής/ όταν αναρωτιέμαι συνεχώς τι θα απογίνω/ αν δεν δεχτούνε τη συγνώμη μου/ για τον κόσμο που τους παραδίδουμε». Μέλισσα με κρυμμένο κεντρί το «κόκκινο κασκόλ», ή μήπως  ένα σκουτί να κρατά την αλήθεια στην κοίτη της ζωής…

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis