29 Oct 2020

Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη – Σταύρος Σταμπόγλης

0 Comment

Ανάμεσα σε Τέρπανδρο και Ευχέτη

                                                    (…σέβομαι τις ευαισθησίες του καθενός

                                                     και παριστάνω τον ανήξερο… σελ.180)

 

Όταν πρωτάνοιξα το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή, «Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη», ένιωσα αμέσως ότι κρατούσα κάτι ασυνήθιστο. Έτσι∙ απ΄ την μυστική ανάσα των σελίδων. Απ΄ το ρυθμό των αράδων. Πρόκειται για μια ασυνείδητη ενέργεια. Κάτι που έχει μείνει από παλιά. Απ΄ την εποχή  των Κλασσικών εικονογραφημένων στη δεκαετία του 1950. Στις μέρες της ανάπηρης ειρήνης με τους πατεράδες να ξελαχανιάζουν απ’ την Οδύσσεια των πολέμων. Την εποχή του «κρύβε λόγια». Τότε που η εφημερίδα έμπαινε στα σπίτια τυλιγμένη σε κάτι. Να μην γνωρίζει ο έξω κόσμος. Τότε που το σημερινό «μη ηθικό» δεν θα ήταν δυνατόν να κατανοηθεί. Στην  εποχή  του προεφηβικού βιβλίου της περιπέτειας και του ιπποτισμού. Με την έγχρωμη εικόνα του εξώφυλλου να σε προετοιμάζει για το θαύμα εντός. Τότε που κοιτούσαμε με δέος τους «πανάκριβους» δαμασκηνούς τόμους του Ιουλίου Βερν ή τους μαύρους δερματόδετους του Βίκτωρος Ουγκώ και του Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Η λογοτεχνία σ΄ άρπαζε απ΄ τη μύτη. Σε κέρδιζε πρώτα απ΄ το χρώμα και τις μυρωδιές. Χαρτί με υγρασία κόλλας  και τυπογραφική μελάνι που ίδρωνε στο χέρι. Η σπιρτάδα της γραφής έκαιγε τα ρουθούνια. Οι μυρωδιές συμπορεύονταν με τη γεύση. Όπως φέρνεις στη μύτη το φρούτο ξεφλουδίζοντας. Πριν  δαγκώσεις τον καρπό τον είχες αναγνωρίσει με κλειστά  μάτια. Θυμάμαι καθαρά εκείνη τη μέρα, 14 Σεπτέμβρη του 1955, που μου χάρισαν τον «Τομ Σώγιερ» του Μαρκ Τουαίν, εκδόσεις ΑΤΛΑΝΤΙΣ. Κοιμήθηκα με τον φίλο μου αγκαλιά πριν τον ανοίξω, πριν του ανοιχτώ. Τόσο μακριά πάει η έναρξη  της ωριμότητας. Στην αρχή της αρχής. 

Να γιατί  κατάλαβα αμέσως ότι κρατώ κάτι ασυνήθιστο στα χέρια μου. Και δεν εννοώ βέβαια  πως εντόπισα σαν μάγος ένα αριστούργημα και όλα τ΄ άλλα στάχτη. Απλά αντιλήφθηκα πως είχα μπροστά μου κάτι διαφορετικό. Και δεν έπεσα έξω. Εμπιστοσύνη απ΄ την αφή λοιπόν. Τα υπόλοιπα έπονται. Πως μπορεί να γίνει αυτό; Και όμως γίνεται. Αίφνης το εξώφυλλο του βιβλίου. Ένα παιδί χαμογελώντας οκλαδόν στα ρηχά  και η θάλασσα που γεμίζει γραφή απ΄ το χάος. Νερά στο χρώμα της μνήμης. Μια φωτογραφία που ήταν παλιά εξαρχής.

Ανοίγω το εξώφυλλο και μπαίνω απρόσκλητος στην κουβέντα. Τα πάντα εξελίσσονται αργά. Από το λόγο στην εικόνα. Από ερώτηση σε απάντηση. Από αβεβαιότητα σε βεβαιότητα. Από δυσπιστία σε εμπιστοσύνη. Από υποψία σε γεγονός. Από το μη ηθικό στην ανοχή. Απ΄ την ανοχή στην κατανόηση. Από αλήθεια σε αλήθεια. Μέχρι την πλήρη αποδοχή.

Η γλώσσα ρέει. Απλή, καθημερινή, στιβαρή. Πότε με νεύρο, πότε αργόσυρτη. Σωστός ρυθμός. Ανάλογα με την ανάγκη. Η αρχιτεκτονική θυμίζει κάπως Πλάτωνα. Σωκράτους διάλογοι. Μπορεί και το φιλοσοφικό μυθιστόρημα «Ο ανιψιός του Ραμώ» του Ντενί Ντιντερό.

Δυο πρόσωπα συναντιούνται με την ανομολόγητη θέληση να συζητήσουν για τα πάντα. Ο δημοσιογράφος Τέρπανδρος και ο κύριος Ευχέτης. Απ΄ την αρχή υπάρχει η υποψία ότι ο Ευχέτης είναι το άλλο του δημοσιογράφου. Ευκαιρία για να μιλήσει ένας επαγγελματίας γραφιάς για ότι γνώρισε, ότι τον σημάδεψε, ότι τον  ολοκλήρωσε. Η γνώμη μου είναι ότι ο Ευχέτης, έτσι ή αλλιώς, υπάρχει αλλά είναι δύσκολο να τον εντοπίσει ο καθένας.

Αυτό είναι το κέρδος του Γιώργου Δουατζή. Μια ολόκληρη ζωή για να εντοπίσει έναν άνθρωπο. Να κερδίσει έναν ΑΝΘΡΩΠΟ. Τον εαυτό του ίσως, όπως είναι ή όπως θα ήθελε να είναι. Δεν έχει σημασία. Σημασία εδώ έχει ο άνθρωπος. Ο ανθρωπισμός. Ο ουμανισμός ξεχειλίζει στις σελίδες. Φωνάζει κιόλας, αν προσέξεις πίσω απ΄ τις λέξεις και την ήρεμη κουβέντα, ότι το μόνο που μας λείπει σήμερα είναι αυτό ακριβώς, ο ουμανισμός.

Θυμίζει, είπα, κάτι η αρχιτεκτονική του βιβλίου, αλλά εδώ η  δομή είναι διαφορετική. Τόσο διαφορετική που ίσως δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω αυτό το «θυμίζει». Παραδείγματος χάριν  τα πρόσωπα αλλάζουν θέσεις στη διαδικασία της συζήτησης. Συχνά προβάλλεται η βαθύτερη σκέψη πίσω από αυτά που υποστηρίζουν δημόσια. Άλλοτε, ως τελευταίο οχυρό δυσπιστίας, πριν ο ένας αποκομίσει κάτι απ΄τον άλλον, άλλοτε ως παράδοση.

 Ο ένας κατανοεί και αποδέχεται τον άλλον λες και ανεβαίνουν σκάλα. Ο ένας μπαίνει  στον άλλον. Ο ένας ανοίγεται στον άλλον λες και πορεύονται από δωμάτιο σε δωμάτιο. Υπάρχει έντονα μια θεατρικότητα στην κίνηση του διαλόγου αν και τα σώματα τα φαντάζεσαι ακίνητα καθισμένα σε πολυθρόνες σ΄ ένα δωμάτιο. Ελάχιστες κινήσεις. Ο λόγος όμως κινείται.

Σημαντικό είναι πως δε βασανιζόμαστε ή δεν πελαγοδρομούμε με  υψηλή φιλοσοφία και ψυχολογικές μεθόδους εργαστηρίων, με πούρο επαγγελματισμό ή όρους επιστημονικούς και ακατανόητους που απαιτούν  πτυχία και ειδικά λεξικά. Αν και ο συγγραφέας έχει ανάλογες περγαμηνές αρνείται να τις χρησιμοποιήσει. Βασίζεται στη λαλιά της καθημερινότητας για να πλησιάσει σώμα φιλοσοφικό. Απλός λόγος. Καθημερινά γεγονότα. Η ζωή, η πραγματική ζωή είναι ο  πρωταγωνιστής με απλή και όχι απλοϊκή ανάλυση. Ψηφίδα-ψηφίδα ολοκληρώνεται κάθε ερώτημα κάθε απάντηση. Η ανάδειξη των χαρακτήρων μοιάζει με ράψιμο. Ένα καινούργιο φουστάνι από κομμάτια παλιών. Ένα όμορφο ολοκαίνουργιο φουστάνι από κουρέλια φουστανιών που έλιωσαν στο δρόμο. Άλλοτε πάλι μοιάζει με συρραφή μικρών διηγημάτων. Αλλά, το αποσπασματικό κρύβεται όπως στον κινηματογράφο. Εκατοντάδες αστραπιαία κενά καλύπτονται πίσω απ΄ την ενιαία εικόνα.

Εκτός από εξομολογήσεις, αφορισμούς, φιλοσοφημένες απόψεις, κοινωνιολογική μεθοδικότητα και ρεαλισμό μπορείς να ξεχωρίσεις και στιγμές ποίησης. Όχι να απομονώσεις, όχι να ξεριζώσεις, αλλά απλά, όπως ξεχωρίζεις μια ιδιαίτερη στιγμή που ξετυλίγεται επάνω στα κρύσταλλα του λεωφορείου. Γωνιές, που θυμίζουν μεταγραφή εικόνων από Μέλπω Αξιώτη,  Τάσο Λειβαδίτη και Γιάννη Ρίτσο. Εικόνες που ασφυκτιούν στο κρύσταλλο, στο μάτι, στα σωθικά. Εικόνες αλήθειας περασμένες στο χαρτί. Επιμένω σ΄ αυτό και δε νομίζω πως προσβάλω το συγγραφέα με ένα ακόμη «θυμίζει», διότι πρώτον ως ποιητής ο ΓΔ έχει τελείως διαφορετική γραφή και δεύτερον ως πεζογράφος – δημοσιογράφος γνωρίζει και ελέγχει το εργαλείο της γλώσσας. Παίρνει αυτό που του χρειάζεται από την ίδια τη ζωή. Ο λόγος του υψώνεται σαν κτίσμα που δεν έχει ανάγκη κανέναν παρά μόνο τις ρίζες του. Αφανές θεμέλιο, βαθιά. 

Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εύκολο βιβλίο που θέλει να μας διασκεδάσει. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα των διακοπών με έντονες ανατροπές και φοβερά πάθη. Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό δοκίμιο   καθημερινής επιβίωσης και εμπειρίας. Για την προσωπική αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό, την αποδοχή των δεδομένων της ζωής και την κατανόηση του περιβάλλοντος. Η κατανόηση οδηγεί στην αποδοχή του άλλου και στην άφεση. Στην άφεση πρώτα τη δική σου και ύστερα των άλλων. Εδώ καταγράφεται με τι έχεις να παλέψεις για να βγεις δίκαιος με τον εαυτό σου και τους τρίτους.

Εδώ μέσα δεν διαπραγματεύεται κανείς με την αδυναμία του να παλέψει και να  συντρίψει το άλλο, αλλά για να καταλάβει ότι η δύναμη πηγάζει μέσα από την αποδοχή της οδύνης. Η γνώση είναι η επιβίωση. Οδύνη είναι η  επιβίωση. Επιβίωση, κατά βάθος, σημαίνει αποδοχή και κατανόηση της ήττας που συντελέστηκε, που συντελείται, που θα συντελεστεί. Κάθε είδους συντριβή.

Το βιβλίο μιλάει για τη σκόνη που σηκώνει ο άνεμος κι΄ ύστερα πάλι κατακάθεται, κι΄ ύστερα πάλι σηκώνεται. Σκόνη και άνεμος είναι σχεδόν ένα τη στιγμή της δράσης. Συνεργάζονται εν ανεξαρτησία, αν δεχτούμε ότι είναι δύο διαφορετικές έννοιες. Όπως η γνώση και η οδύνη.

Τούτο το βιβλίο θέλει αργό διάβασμα. Πηγαίνεις με τα νερά του. Όπως παρακολουθείς  μια κουβέντα απ΄ τη διπλανή παρέα. Μεσημέρι, αργόσυρτες σκιές, η θάλασσα στο βάθος να ορίζει τον ορίζοντα, και οι φωνές πίσω σου να σε ακουμπάνε πότε επιθετικά πότε κουρασμένα. Αν δεν φύγεις και σταθείς λίγο, γρήγορα θα κατανοήσεις την αιτία ή την ανάγκη που προκάλεσε όλη αυτή τη συζήτηση. Και τότε νιώθεις ότι εδώ βρήκες ένα κερί αυτοσεβασμού αναμμένο. Ίσως να χρειάζονται πολλές μέρες για να φτάσεις ως το δια ταύτα. Το βιβλίο δεν προσπαθεί να δυσκολέψει, αλλά δεν είναι εύκολο. Αξίζει όμως να το ξεκινήσουμε και να το τελειώσουμε. Ειδικά τώρα που ζούμε σ΄ έναν  κόσμο που διατείνεται πως είναι καινούργιος ή σ΄ έναν κόσμο που νομίζει ότι είναι καινούργιος, και μας χρειάζεται ένα κερί αυτοσεβασμού  αναμμένο.  

Το παιδί του εξώφυλλου που κάθεται οκλαδόν σε μια ανύποπτη θάλασσα μεγάλωσε. Και η θάλασσα μεγάλωσε. Έγινε νερό και αίμα. Έγινε νερό και αίμα πάλι. Θα πάρει το χρώμα του σκοτωμένου αίματος αν χρονίσει το κακό. Χρειαζόμαστε  τις μυστικές οδηγίες της επιβίωσης που υπάρχουν εδώ μέσα. Χρειαζόμαστε τις μυστικές οδηγίες της δύναμης. Μυστικές γιατί το δασκαλίστικο δεν υπάρχει. Χρειαζόμαστε τις μυστικές  οδηγίες για ήθος, κυρίως. Μ΄ ένα τέτοιο αόρατο ένδυμα,  όπως προσφέρεται εδώ μέσα,  θα μπορέσουμε να  παλέψουμε μ΄ ελπίδα.

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis