29 Oct 2020

Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη – Γιάννης Μυλόπουλος

0 Comment

Για μένα το βιβλίο  «Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη» ήταν μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη και θα εξηγήσω τι εννοώ. Καταρχήν πήρα στα χέρια μου ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα, από έναν άνθρωπο ο οποίος ξέρει να αφηγείται, ο οποίος ξέρει να εμβαθύνει, σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη σημερινή  ζωή, που έχουν να κάνουν με το θάνατο, τον έρωτα, τη φιλία, τις σχέσεις των ανθρώπων και πολλά άλλα. Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό κατά την άποψή μου, για να είναι ένα επαρκές και εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο. Καθώς όμως κανείς το διαβάζει, διαπιστώνει ότι δεν είναι μόνο αυτό.

Το βιβλίο έχει πολλά επίπεδα. Εκτός από το πρώτο επίπεδο, του κλασικού θα έλεγε κανείς μυθιστορήματος, υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο το οποίο με παρέπεμψε σε χορικά αρχαίας τραγωδίας. Προτείνει ο Δουατζής μια τεχνική θα έλεγα – παρότι δεν είμαι φιλόλογος αλλά μηχανικός – σύμφωνα με την οποία ένθετα, παρένθετα, ανάμεσα στους διαλόγους του τοποθετεί ποιητικό λόγο, αποσπάσματα ποιητικού λόγου, τα οποία παραπέμπουν στο χορό της αρχαίας τραγωδίας, παραπέμπουν σε αυτό που ανάμεσα σε έναν έντονο διάλογο, αποτελεί συνήθως είτε τη γνώμη του κόσμου, είτε αυτό που σκέπτεται ο θεατής εκείνη τη στιγμή, είτε αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας για όσα διαδραματίζονται.

Αυτό είναι ένα δεύτερο επίπεδο, το ποιητικό. Εκεί βλέπει κανείς τον Δουατζή-ποιητή  και αναγνωρίζει τον ποιητικό χαρακτήρα αυτού του μυθιστορήματος. Αλλά και πάλι, δεν είναι μόνον αυτό.  Προχωράς λίγο παρακάτω και διαπιστώνεις, ότι το βιβλίο έχει μια δομή η οποία  αντιδιαστέλλει το προηγούμενο που είπα, που είναι η αρχαία δομή του χορικού. Διαπιστώνεις κάτι εξαιρετικά σύγχρονο, κάτι που παραπέμπει σε κόμικς.

Ο τρόπος με τον οποίο παρατίθενται οι κρυφές σκέψεις αυτών που συζητούν, του Τέρπανδου και του Ευχέτη και μάλιστα με διαφορετική γραφή από την κανονική γραφή, μου θύμισε τα κόμικς που διαβάζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όπου οι πραγματικοί διάλογοι, ήταν σε μια συνεχή γραμμή πέρα από το περίγραμμα μέσα στο οποίο βρίσκονταν με κανονική γραφή και οι σκέψεις του καθενός από εκείνους που μιλούσανε, ήταν σε κυκλάκια διακεκομμένα. Ήταν οι μύχιες σκέψεις. Έτσι λοιπόν, έχεις αυτό που λένε οι πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα αυτό που σκέπτονται, που σου δίνει μια δομή η οποία παραπέμπει σε εικόνα, σε σύγχρονο εικονογραφημένο διήγημα.

Δεν είναι όμως ούτε μόνο αυτό. Είναι ότι το βιβλίο στην πραγματικότητα είναι ένας αγώνας μεταξύ δύο διαλεγομένων, ένας αγώνας διαλόγου. Ο οποίος με πήγε πάλι πίσω, σε τέτοια δομή έργου, στους διαλόγους του Λουκιανού. Πράγμα το οποίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, έχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δομή.

Σε ορισμένες αποστροφές, το κείμενο ξεφεύγει από το μυθιστόρημα και γίνεται δοκίμιο. Ένα δοκίμιο που αφορά στη σοφία, τον έρωτα, την ποίηση, την τέχνη, τη δημοσιογραφία, τη σχέση συνεντευξιαζόμενου και δημοσιογράφου.

Ένα σημείο το οποίο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο είναι όταν διαπιστώνεις την ανατροπή που γίνεται στους ρόλους και διαπιστώνεις ότι ο ψυχογραφούμενος που είναι ο περισπούδαστος, γνωστός και απόμακρος ποιητής Ευχέτης, τελικά είναι αυτός ο οποίος ψυχοθεραπεύει, το νεαρότερο από αυτόν δημοσιογράφο, ο οποίος έρχεται να του πάρει συνέντευξη, τον Τέρπανδο. Αναπτύσσεται λοιπόν, μια ιδιότυπη σχέση μεταξύ του νεαρού δημοσιογράφου και του καταξιωμένου και απόμακρου ποιητή, μεταξύ του Τέρπανδου και του Ευχέτη. Έτσι που άλλες φορές, η ψυχοθεραπεία αφορά στον ποιητή και άλλες φορές στο δημοσιογράφο.

Εκεί πραγματικά μπερδεύεσαι και λες, τελικά ο Δουατζής ποιος είναι; Είναι ο Ευχέτης ή ο δημοσιογράφος; Μέχρι που αμέσως παρακάτω διαπιστώνεις μια μεγάλη ανατροπή, ότι μπαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας σε συζήτηση και γίνεται αντικείμενο κριτικής του Τέρπανδου,: «τι ρόλους μας έβαλε αυτός να παίξουμε και γιατί μας έβαλε να παίξουμε αυτούς τους ρόλους;» Έτσι τελικά διαπιστώνεις πως ο διάλογος δεν γίνεται μόνο μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών,  αλλά και με τον ίδιο το συγγραφέα, ο οποίος γίνεται και αυτός αντικείμενο ψυχοθεραπείας και κριτικής.

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο, ένα βιβλίο, θα έλεγε κανείς, πρόταση στα Γράμματα και στο χώρο της διανόησης. Ένα βιβλίο το οποίο είναι έκπληξη ειδικά στη σημερινή εποχή που ζούμε.

Νομίζω ότι όλοι έχουμε την αίσθηση ότι ζούμε σε έναν χειμώνα. Παραχειμάζουμε. Ζούμε σε μια εποχή παρακμής, πολιτικής παρακμής, κρίσης οικονομικής, παρακμής θεσμών, παρακμής της τέχνης, παρακμής  του πολιτισμού γενικότερα. Σε τέτοιες εποχές χειμώνα, το μόνο πράγμα το οποίο περιμένει κανείς είναι το σπέρμα του καινούριου. Είναι η πρόταση. Είναι αυτό το οποίο θα σε βγάλει κάποια στιγμή από το χειμώνα και θα σε φέρει σε αυτό που όλοι περιμένουμε και ελπίζουμε να μην αργήσει,  στην Άνοιξη.

Πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο είναι μια τέτοια ακριβώς πρόταση, σε μια εποχή χειμώνα, ενός σπέρματος που θα φέρει το διαφορετικό, που θα  φέρει την Άνοιξη. Επιτρέψτε μου όμως, για να στηρίξω τα όσα είπα, να σας διαβάσω δύο χορικά χωρίς να σας κουράσω. Δύο χορικά, δύο αποσπάσματα που μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση του ποιητικού ένθετου λόγου στο μυθιστορήματα.

«Αυτή η φωτιά που βγαίνει από τα μάτια σου δε θα βλάψει κανέναν. Θα κάψει ό,τι περιττό κι άχρηστο από αυτά που κουβαλάς χρόνια στις αποθήκες σου.

Όσα ξεχάστηκαν σ΄ εκείνο το υγρό υπόγειο, με τις κασέλες από το εξωτερικό και τη γενέτειρα πόλη σου. Θα κάψει όσα φύλαγες παιδί, στο μέρος της καρδιάς. Κορμιά, ανάσες, εικόνες, έρωτες, μνήμες, μικροψυχίες ,εκδικήσεις, πετροβολήματα και φωτιές θα κάψει.

Αυτό το ηχείο που έγιναν τα στήθη σου, στέλνοντας ένα αβάσταχτο Ωχ,δε θα πειράξει κανέναν. Οι μουσικές του θα ακουστούν στα πέρατα της οικουμένης. Ναι, η οικουμένη θα ακούσει μουσικές να γέννιονται από το ηχείο- στήθος σου. Με συχνότητα κι ένταση τέτοια, που στο διάβα σου ο ήχος θα κάνει να τρέμουν λογικές κι αισθήματα. Τώρα εσύ, αγκαλιά με την Υψίστη, απλώνεις τα χέρια ως Ίκαρος πάνω από πελάγη. Κι η φωτιά συνεχίζει να βγαίνει από τα μάτια σου και δεν έβλαψε κανέναν, κι ας έκαψε έρωτες, κορμιά, ανάσες, εικόνες, μνήμες, μικροψυχίες, εκδικήσεις, πετροβολήματα και κυρίως φωτιές…»

Και λίγο μετά, για να πάρετε μια γεύση από αυτό που θέλω να σας εξηγήσω.

«Κι είναι τόσο λευκά τα σεντόνια της οικουμένης απόψε, σαν κείνα τα κορμιά που δεν έμαθαν να πλαγιάζουν ακόμα, αφού ο αληθινός τρύγος αργεί βασανιστικά να έρθει…Και του Αιγαίου οι μυρωδιές τόσο μεθυστικές, σαν εκείνα τα εφηβικά οράματα που ήθελαν μια φωλιά για κούρνιασμα, μια ματιά συντροφική, φίλους, προσκεφάλι και λίγο ψωμί, βρεγμένο σε κόκκινο κρασί, να δείχνει την καθαρότητα της στιγμής».

Τέλος θα μου επιτρέψετε να διαβάσω το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, ενδεικτικό της ποιότητάς του. Λέει λοιπόν ο Τέρπανδος ο δημοσιογράφος, αναφερόμενος σε απόσπασμα ενός βιβλίου:

«Λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων του.

Που αρνείται να δει το τραγικό μεγαλείο στις σφαγές.

Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της ιστορίας.

Ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα είναι συχνά διαυγής, πολύ διαυγής, αλλά κάνει τη θέση του δυσβάστακτη, τον αποκόβει από τους δικούς του, τον απομακρύνει από την ανθρωπότητα».    

 -Ευχέτης: Νιώθεις αλήθεια λιποτάκτης;

– Τέρπανδρος: Κατά το βλέμμα του μυθιστοριογράφου, ναι. Ορισμένες φορές, όπως σας είπα, απόλυτα λιποτάκτης.

-Ευχέτης: Αγαπάς Τέρπανδρε ;

-Τέρπανδρος: Τι εννοείτε;

-Ευχέτης: Αυτό που ακούς εννοώ. Αγαπάς;

-Τέρπανδρος: Ναι. Πολύ. Αγαπάω. Μοιράζομαι…

-Ευχέτης: Με ό,τι  συνεπάγεται αυτό;

-Τέρπανδρος: Α, λέτε  την ευθύνη, την αγωνία…το τίμημα…το…

-Ευχέτης: Να αγαπάς. Είναι το σημαντικότερο που θα μπορούσες. Είναι πάνα από τη δημοσιογραφία σου. Κι από την Ποίηση και τη δημιουργία. Πολύ πιο πάνω. Να αγαπάς, Τέρπανδρε.

-Τέρπανδρος: Κύριε Ευχέτη…

… Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη. Μη…

Νομίζω ότι σε μια εποχή, που οι μισοί είμαστε συνένοχοι και οι άλλοι μισοί λιποτάκτες, υπάρχουν άνθρωποι  που έχουνε προτάσεις, που ούτε αποφεύγουν, ούτε ενέχονται ενοχικά σε αυτά που συμβαίνουν. Νομίζω λοιπόν, ότι το μόνο που έχει να πει κανείς διαβάζοντας το βιβλίο «Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη», το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό, είναι να πει:  Μη φεύγετε κύριε Δουατζή από το χώρο της διανόησης, η εποχή σας  έχει ανάγκη.

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis