29 Oct 2020

Η άλλη λέξη – Διονύσης Μαρίνος

0 Comment

Η άλλη λέξη… ποια άλλη λέξη; Πού βρίσκεται; Ποιος την εκφέρει, τίνος το στόμα έχει ντύσει; Και αν υπάρχει αυτή η λέξη, μπορεί να συγκεφαλαιώσει όλες τις άλλες – ψεύτικες, αληθινές, διάφανες, αεροστεγείς ή αιμάσσουσες; Ο Γιώργος Δουατζής από τον γενικό τίτλο της συλλογής των διηγημάτων, εκθέτει το υλικό του, τους φέροντες τα πάθη, ακόμα και τις άψυχες συζυγίες των πραγμάτων σε τούτη την προμετωπίδα της αινιγματικής κατάφασης.

Ναι, υπάρχει αυτή η άλλη λέξη – αυτή που δεν ειπώθηκε, ενώ θα έπρεπε. Εκείνη που δεν κατάφερε να ξεκλέψει λίγο αέρα από τα πνευμόνια για να γειωθεί στη γλώσσα, να δουλευτεί στα δόντια. Αυτή η λέξη δεν είναι ένα συγγραφικό προφανές, είναι παρούσα πάντα ακόμα και εν τη απουσία μας – ακόμα και στην πιο βαθιά απουσία των ηρώων αυτού του βιβλίου. Άλλοτε λειτουργεί ως λυτρωτική δικλείδα, άλλοτε σαν τέναγος που σε καταπίνει και, φευ, πολλές φορές σαν κατάρα και γιατρειά ταυτόχρονα.

Λέξεις υπόρρητες, απόρρητες, απορριπτέες και απομαγευτικές προσπαθούν να αρθρώσουν και τούτοι οι άνθρωποι που περνοδιαβαίνουν τα διηγήματα του Γιώργου Δουατζή. Μα, και τα πράγματα το ίδιο και τα ζώα που λαμβάνουν –συγγραφικώ τω τρόπω- αλλότροπη υπόσταση και λαλιά για να ιστορήσουν τα δεσμά και τα δεσμευτικά των ανθρώπων.

Καίτοι τα διηγήματα διεκδικούν την θεματική και την υφολογική τους αυτοτέλεια και λειτουργούν ως επί τω πλείστον έκκεντρα, ο κύκλος, ο πυρήνας και η σπονδυλική τους στήλη είναι κοινή. Πρώτον διότι οι αφηγηματικές τεχνικές ομοιάζουν –πάντα κάποιος αφηγείται, μονολογεί και αποφαίνεται σε πρώτο πρόσωπο, έχοντας όμως απέναντί του έναν οικείο ή απρόσβλητο συνομιλητή, ένα ιδεατό άλλο, ίσως εμάς τους ίδιους, ή μια φιγούρα που πάντα λανθάνει μέσα στα διηγήματα και τα διατρέχει ως σκιά, φάντασμα, ερωτική παρόξυνση, απισχνούμενο απωθημένο, παρελθόν που κρυφοκοιτάζει περιδεώς το παρόν και τέλος σαν μνήμη που ζητάει τοκογλυφικά να υφαρπάξει το μέλλον.

Δεύτερον διότι αυτή η βασική, δομική και ουσιώδης έλλειψη είναι που διαπερνάει υποδορίως, αλλά και με αμυχές τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών. Κάτι είχαν και το απώλεσαν, κάτι έψαχναν και δεν το βρήκαν, κάτι τους μένει να αποζητήσουν μέχρι το πέρας της ζωής τους. Υλικές απολαύσεις; Ερωτικές ομοβροντίες; Μια σταθερότητα κατευναστική; Μιαν απάντηση σε ανοιχτές οικογενειακές πληγές; Ή μήπως εκείνη ακριβώς τη λέξη που δεν ξεκορμίζεται από τη γλώσσα, δεν αποκτά βάρος και υπόσταση;

Λέω λοιπόν πως τα εννιά διηγήματα που συνθέτουν την παρούσα συλλογή προσανατολίζουν το περιβάλλον τους προς μια σταθερή, απρόσβλητη κατεύθυνση. Αποτελούν μια αφορμή για την κορυφαία επερώτηση που διέπει τις ζωές όλων των ηρώων. Ποια είναι αυτή η άλλη λέξη;

Για τον Γιώργο Δουατζή, ποιητή δοκιμασμένο σε συνθήκες πυρρός, αυτή η βουτιά στον πεζογραφικό κόσμο, ενδέχεται, το εικάζω, δεν το γνωρίζω, να είναι και η δική του επερώτηση –υπό άλλη ωστόσο μορφική ανάπτυξη. Πώς αναζητείς τη λέξη, όχι πλέον στον στίχο, όχι στο ποίημα, αλλά στην ευρεία ανάπτυξη ενός πεζού. Το αποτέλεσμα είναι τω όντι επιτυχημένο, διότι διατηρεί εκείνη την ποιητική φλόγα του γραφιά, δίχως όμως να υποσκάπτει τα θεμέλια της διηγηματικής ανάπτυξης με πεζολογικές εκβολές. Κοινώς: τα διηγήματα έχουν θαυμαστή οικονομία, αυξημένη αισθητική στη χρήση των μέσων, απέχουν από το στοιχείο της υπερβολής και πολλές φορές είναι τόσο υπαινικτικά που μετατρέπονται σε μια θελκτική δοκιμή πάνω στην ανθρώπινη περίπτωση.

Στο χωρίς σκιά, το εναρκτήριο μέλος της συλλογής, η δομική έννοια της έλλειψης λαμβάνει το χαρακτήρα, ας μου επιτραπεί η έκφραση, στοχοπροσηλωμένης εκδίκησης. Μετουσιώνεται σε μότο ζωής. Ο,τι δεν έχει ο ένας πρωταγωνιστής, το διαθέτει ο άλλος με μια πλησμονή πληγωτική. Ο,τι ο ένας ονειρεύεται να αποκτήσει, ο άλλος το θεωρεί δεδομένο. Και τότε είναι που ο ανθρώπινος κρατήρας φλέγεται και αρχίζει να πυρώνει και να εξακοντίζει φλόγες. Ο λειψός πρωταγωνιστής μηχανορραφεί υπογείως, υποσκάπτει, καταριέται, βυσσοδομεί εναντίον του φαινομενικά φίλου του, αλλά επί της ουσίας αντίζηλου εν ζωή. Φευ, το τέλος υπερβαίνει στοχαστικά τα στενά όρια των ανθρώπινων ονείρων. Ο ζηλωτής ηττάται, εν τη απουσία του… εχθρού του. Ηττάται παταγωδώς και με έναν πικρά γκροτέσκο τρόπο… καταπίνει τον αντίπαλό του.

Στην κούκλα η έλλειψη περιδιαβαίνει τα ριζά του όρους έρωτας. Μόνο που είναι ένας έρωτας, σχεδόν μη υλικός, όμως ούτε και πλατωνικός, αλλά παράδοξος και παράταιρος. Ένας άντρας, μια κούκλα, ένας ιδιότυπος δεσμός που περιλαμβάνει το αίμα του ενός και την άκαμπτη νωθρότητα της άλλης. Κι όμως φλογερός – ο άντρας πρωταγωνιστής με αναπεπταμένα όλα τα ιστία μορφοποιεί το ερωτικό υποκείμενο στο πρόσωπο μιας κούκλας. Το αντικείμενο γίνεται ουσία και η ουσία σκλαβιά. Η στιγμή της απελευθέρωσης συμπίπτει με τον αφανισμό ενός εκάστου. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ ανθρώπων, μπορεί να συμβεί και σε ετερώνυμες υπάρξεις.

Στο τραπέζι, εκ νέου ένα αντικείμενο λαμβάνει το χαρακτήρα συμβόλου. Η σταθερότητα του βίου έγκειται στην ύπαρξη ενός τραπεζιού, Κι αν αυτό για κάποιο λόγο λείψει; Ο εκνευριστικός γείτονας του ήρωα, φασαριόζος και γλεντζές, δανείζεται το τραπέζι για τις ανάγκες ενός ξέφρενου γλεντιού, αλλά μαζί με αυτό είναι σαν να υφαρπάζει και τα πόδια της σταθερότητας του διαμερίσματος του αφηγητή. Αίφνης τα καθημερινά, σχεδόν υποτυπώδη ζητήματα –που αφήνεις ας πούμε τον καφέ σου ή που ακουμπάς το κομπιούτερ- γίνονται κολοσσιαία. Μια ολόκληρη ζωή κρατημένη από ένα κοινό – κοινότατο αντικείμενο. Μια ζωή τόσο στενόχωρη και στενή και περιορισμένη σε έναν υλικό κόσμο προφανή, αλλά και αναγκαίο.

Στην αναχώρηση το κεντρί της αφήγησης αναλαμβάνει να το μπήξει γερά η μνήμη του γιου για την μάνα του που οδεύει πλησίστια προς την αιώνια κατοικία. Το πλέον οικείο πρόσωπο, στην ύστατη στιγμή του, τότε που όλοι οι λογαριασμοί φαίνεται να κλείνουν, μένει έκθετο στην ανάμνηση του παιδιού του. Ακόμα και τούτη η δεσμευτική σχέση μάνας – γιου, πολλάκις αναλυμένη από λογοτεχνική και επιστημονική πλευρά, σε τούτο το διήγημα γίνεται ένας ερωτηματικός σύνδεσμος. Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν, κανείς δεν μπορεί να εισχωρήσει στα πυκνά βάθη των σκέψεων ενός άλλου μυαλού. Αν και το μητρικό σώμα δίνει ζωή από τη δική της, οι δύο ζωές παύουν να συνυπάρχουν και να συλλειτουργούν. Μένει η μνήμη να στοχάζεται και να κορφολογεί αθησαύριστες στιγμές.

Στην Ελένη, ένα διήγημα μιας πνοής, δύο άγνωστοι άνθρωποι –ένας άντρας και μια γυναίκα- έλκονται από την πρώτη ματιά, Η μαγική στιγμή αυτής της ηλεκτρικής εκκένωσης, κλείνει αεροστεγώς με μια φυσαλίδα πόθου και σμιξίματος να τους περιβάλλει. Φευ, κι εδώ όμως το θαύμα –το μέγα θαύμα της συμπόρευσης των ανθρώπων- τελείται στο ναό της απουσίας. Χωρίζουν, ενώ έχουν κάθε δικαίωμα να ζήσουν μαζί. Κι όμως δεν το πράττουν. Τι παράξενο που η ζωή λειτουργεί και με τις δύο αντίρροπες δυνάμεις της: έλξη – άπωση και πάλι από την αρχή.

Στο νόμισμα που είναι το μεγαλύτερο σε έκταση διήγημα της συλλογής, θα τολμούσα να πω μια ιδιόμορφη σύνθεση που εγκιβωτίζει πολλές παράλληλες ή συμπίπτουσες δράσεις, φέρει μια Μουρακαμική πνοή. Διότι όπως και ο δαιμόνιος Ιάπωνας, έτσι και ο Γιώργος Δουατζής θεάται τον κόσμο από διαφορετικές γωνίες. Ακόμα και από αθέατες. Πρόκειται επιπροσθέτως για ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό παιχνίδι ανάμεσα τους ήρωες και τον συγγραφέα που μετέχει –ως άλλος ήρωας στο δράμα- και συνομιλεί αενάως με τους χαρακτήρες που έχει πλάσει. Η πυκνότητα της γραφής εδώ εφάπτεται με την χαρακτηριολογική συνάφεια των προσώπων. Πώς βλέπουν; Τι εφορμά στον αμφιβληστροειδή μας; Σε τι παγίδες μας εκθέτει η όραση επί του πραγματικού, όταν αυτό παύει να υφίσταται ως τέτοιο; Οι ψυχολογικές αιτιάσεις εδώ –μεταιχμιακές το δίχως άλλο- αποφασίζουν να αναλάβουν την ανέλιξη της ιστορίας.

Στο βλήμα μνήμες εμφυλίου πολέμου, σπαραγμού, αίματος δεμένου με ιδεολογικές στρατεύσεις έρχονται να σκιάσουν το πέρασμα του ήρωα από τη ζωή στην ανυπαρξία του θανάτου. Ο μονόλογος – διαθήκη που απευθύνεται –πιθανότατα- προς τον γιο που θα πάρει τη σκυτάλη των οικογενειακών φαντασμάτων είναι ασθματική, σκληρή, πονεμένη και πονετική. Ο άντρας, γέρος πλέον και ταλαιπωρημένος αφήνει ως παρακαταθήκη ένα βλήμα που κουβαλούσε χρόνια στα τρίσβαθα του κορμιού του, αλλά και ένα αναπάντητο ερώτημα «ποιος σκότωσε τον αντάρτη αδερφό του;». Οι μνήμες του πατέρα ρέουν στο παρθένο κέλυφος του γιου, κάνουν κατάληψη, η ζωή που φεύγει στοιχειώνει τη ζωή που μένει πίσω.

Ο μονόλογος του Λου είναι μια κλασική μορφή ζωομορφίας, αρκετά συχνή στη λογοτεχνία. Ένας σκύλος αναλαμβάνει να μιλήσει για τα ανθρώπινα. Παραδόξως το κάνει καλύτερα από τους ανθρώπους που αποφεύγουν να εκφραστούν. Νά και πάλι η έννοια της έλλειψης. Ένα τετράποδο δεν έχει ομιλία, αλλά μπορεί να εκφράσει τούτη την έλλειψη με έναν πλούτο συμβόλων. Οι άνθρωποι που διαθέτουν λόγου εύρειαν, αδυνατούν να ορθώσουν δύο στοιχειώδεις κουβέντες, να επικοινωνήσουν και να εκφράσουν τα μύχια των σκέψεών τους. Αντ’ αυτού αναζητούν καταφυγές, νοθευμένες εξιδανικεύσεις, ανεμοσκορπίσματα του αλκοόλ, της τέχνης και της πνιγηρής σιωπής.

Το έσχατο διήγημα, η Πείνα, είναι μια γερή, καλοζυγισμένη μαχαιριά για τη σημερινή κατάσταση και την κατάρρευση κάθε βεβαιότητας. Για την καθίζηση μιας χώρας, για την αποδόμηση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, για τον εξανδραποδισμό των πάντων. Είναι όσο χρειάζεται δηκτικό και ευκρινές δίχως να κραυγάζει λύσεις ή να διασπείρει καταδίκες. Ένα μήνυμα, εντέλει με πολλούς αποδέκτες.

Όλα τούτα σκιαγραφούν μια συλλογή διηγημάτων που ακροπατάει στα όρια της τρέχουσας λογικής, αλλά ενίοτε λοξοδρομεί προς ένα λυτρωτικό παράλογο – προς μια κατάσταση που πλαγιοκοπεί την πραγματικότητα άλλοτε επιθετικά και άλλοτε με σκοπό να την αποκρούσει. Οι ήρωες είναι έρμαια των ελλείψεών τους, αθύρματα της ασίγαστης μνήμης, περιζωμένοι από υλικές υποστάσεις που επιτείνουν την καχεξία τους, ακόμα και από αντικείμενα που αίφνης πάλλονται με ισχυρότερη πνοή από τα έμβια όντα που τα χρησιμοποιούν. Είναι μια συλλογή περισυλλογής: πρισματική, καλειδοσκοπική, παιγνιώδης, λυγμική και προκλητική. Ίσως γιατί έχει ως γνώμονα τον άνθρωπο, το σύμβολο της πτώσης του, τα ανειρήνευτα πάθη και τα ασύγγνωστα λάθη του που όμως τα επαναλαμβάνει αιώνες τώρα και φευ είναι καταδικασμένος να τα επαναλαμβάνει αενάως.

Η συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Δουατζή, είναι μια ορχήστρα εγχόρδων και χάλκινων που δεν έχει μάθει να παίζει ένθερμα εμβατήρια, αλλά σονάτες για όλες τις απώλειες, παρελθούσες και μέλλουσες, για τις δικές μας απώλειες που θα έρθουν, πάντα θα έρχονται, ακόμα και όταν εμείς δεν θα είμαστε εδώ για να τις χαιρετίσουμε.

Προηγούμενο
Επόμενο
[top]
About the Author
douatzis