15.12.25
Έτσι κάπως, αρνούμαστε την ιδιότητα του πολίτη, μετατρεπόμενοι σε υπηκόους, ακόμα χειρότερα, σε άσκεφτους οπαδούς και αφήνουμε τις τύχες μας στα χέρια ανικάνων, μη σκεπτόμενοι, μη διεκδικούντες όσα δικαιωματικά μας ανήκουν
Γιώργος Δουατζής
Συνειδητά ή όχι, όλοι στεγαζόμαστε σε ένα -παραγωγικό ή αδρανές- αξιακό οικοδόμημα για να μπορούμε να υπάρχουμε ως κοινωνικά όντα. Η προσπάθεια να αναδιαμορφώνουμε συνεχώς τις συνιστώσες αυτού του οικοδομήματος, μας κάνει ενεργούς στο άμεσο περιβάλλον, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό, μας καθιστά πολίτες με κρίση, επιλογές, άποψη.
Η προσφορά, το νοιάξιμο για τον διπλανό ίσως είναι σημαντικό μέρος της δικαιολογίας ύπαρξης. Η μη συμμετοχή στη χαρά του άλλου προσομοιάζει σε αναπηρία. Η αδιαφορία για τον άλλον και για το κοινωνικό γίγνεσθαι, δείχνει έλλειμμα ψυχής, υπέρμετρο «εγώ», φόβο να αντικρίσουμε την πραγματικότητα, άφημα στην …ειμαρμένη. Έτσι κάπως, αρνούμαστε την ιδιότητα του πολίτη, μετατρεπόμενοι σε υπηκόους, ακόμα χειρότερα, σε άσκεφτους οπαδούς και αφήνουμε τις τύχες μας στα χέρια ανικάνων, μη σκεπτόμενοι, μη διεκδικούντες όσα δικαιωματικά μας ανήκουν.
Το κύριο αιτούμενο κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου είναι η συνεχής αναμόρφωση του υλικού της πρόσληψης του εαυτού, των άλλων και του κόσμου, άλλως βήματα στη σκέψη δεν είναι εφικτά. Οι περισσότεροι, θεωρούν ότι στοχάζονται υιοθετώντας «αλήθειες» που προκύπτουν από τις ρήσεις φιλοσόφων ή ανθρώπων που εκτιμούν, αποδεχόμενοι συγχρόνως τα στερεότυπα που τους έχουν επιβάλλει η οικογένεια, το σχολείο και ο κοινωνικός περίγυρος. Έτσι, αισθάνονται ήρεμοι και αυτάρκεις, ακολουθώντας το «κοινωνικώς και πολιτικώς ορθόν».
Ο γνήσιος στοχασμός προκύπτει: Με τη συνεχή γέννηση νέων ερωτημάτων που επιζητούν απαντήσεις. Με διαρκή ρήξη με όσα μας φόρτωσαν σαν «φυσιολογικά» στον τρόπο που σκεφτόμαστε και δρούμε, από παιδιά, ως και στις ώριμες ηλικίες. Με αμφισβήτηση σήμερα όσων πιστέψαμε χθες. Με την παραδοχή της πιθανής πλάνης για όσα υποστηρίζαμε με πάθος νεότεροι.
Τέτοιου είδους ανατροπές -με την αμφισβήτηση όχι ως πρόκληση των άλλων, αλλά ως ουσιώδη πορεία αναζήτησης- απαιτούν κόπο, γενναιότητα. Η αποδοχή ότι η αγκύλωση σε θέσεις και ιδέες του παρελθόντος δεν συνιστά εύσημο, αλλά στασιμότητα, θέλει κουράγιο. Όπως και η αποδοχή ότι εμείς, οι άλλοι, ο κόσμος, τελούν υπό συνεχή διαμόρφωση κι αν δεν αφουγκραστούμε τις αλλαγές, οι οποίες επισυμβαίνουν ραγδαία στην εποχή μας -και συνηθέστερα ερήμην μας- η σκέψη μας θα βουλιάξει σε ένα τέλμα γεμάτο αυταπάτες.
Το να στοχάζεσαι δεν σημαίνει μονοσήμαντη εγρήγορση της λογικής και άρνηση του συναισθήματος ή αποδοχή μιας ματαιότητας που νεκρώνει κάθε επιθυμία για ζωή. Η χαρά της ανακάλυψης είναι μεγαλύτερη από τη λύπη της εγκατάλειψης των ως τότε δεδομένων τα οποία μας εφησυχάζουν, αλλά ενίοτε παραπλανούν. Η χαρά της ανακάλυψης είναι μεγαλύτερη από τη λύπη της αναγνώρισης της αυταπάτης. Η (ανα)ζωογόνα σκέψη ρίχνει φως στην καθημερινότητα, μας κάνει δραστήριους, δημιουργικούς και πρόσφορους στους άλλους, έτσι που να μπορούμε να κοινωνούμε σκέψεις και αισθήματα, να μοιραζόμαστε, να ζούμε.
Συνηθίσαμε να επιλέγουμε από τα δεδομένα πολιτικά σχήματα με κριτήριο «το μη χείρον βέλτιστον» και απομονωμένοι -υπακούοντας στα κελεύσματα της εποχής, τα οποία υπαγορεύουν οι ανά τον κόσμο κρατούντες- να ζούμε σε μια νεοφανή σε μέγεθος αδράνεια, αρνούμενοι νέους δρόμους και ευοίωνες προοπτικές. Και θεωρούμε ότι εξικνείται η κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα με το να ψηφίζουμε ανά τετραετία, παρότι γνωρίζουμε ότι η θαλπωρή του καναπέ δεν προσφέρει λύσεις.
Και όμως, υπάρχουν ομάδες δράσης στη γειτονιά, στον Δήμο, στο επάγγελμα, στη χώρα όπου με ανταλλαγή απόψεων μπορούν να οδηγήσουν σε κοινές δραστηριότητες, να μας επαναφέρουν την ιδιότητα του μέλους της κοινωνίας, το οποίο αφουγκράζεται, ενεργοποιείται, αποφασίζει, διεκδικεί. Ένα είναι βέβαιο, ότι η επανάπαυση στο καναπέ της αδιαφορίας, της αδράνειας, δεν έφερε ποτέ λύσεις. Η γκρίνια χωρίς δράση δεν φέρνει αποτέλεσμα. Η μιζέρια σε σκέψη και συμπεριφορές αδρανοποιεί, δεν παράγει.

